Η αποστολή των αναρχικών

του Ερρίκο Μαλατέστα

 

(1899)

 

Τι πρέπει να κάνουμε;

Αυτό είναι το ερώτημα που αντιμετωπίζουμε, όπως και όλοι όσοι έχουν ιδέες για να θέσουν σε εφαρμογή και συμφέροντα για να υπερασπιστούν, σε κάθε στιγμή της κινηματικής μας ζωής.

Θέλουμε να εξαλείψουμε την ιδιωτική ιδιοκτησία και την εξουσία, δηλαδή έχουμε σκοπό να απαλλοτριώσουμε τη γη και το κεφάλαιο από εκείνους που τα κρατούν στα χέρια τους, να ανατρέψουμε την κυβέρνηση και να θέσουμε τον πλούτο της κοινωνίας στη διάθεση όλων, έτσι ώστε όλοι να μπορούν να ζουν όπως θέλουν χωρίς κανέναν άλλο περιορισμό εκτός από εκείνους που επιβάλλονται από τη φυσική και κοινωνική αναγκαιότητα, ελεύθερα και  εθελοντικά αναγνωρισμένοι και αποδεκτοί.

Εν ολίγοις, έχουμε σκοπό να εφαρμόσουμε το αναρχικό-σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Και είμαστε πεπεισμένοι (και η καθημερινή εμπειρία μάς επιβεβαιώνει αυτή την πεποίθηση) ότι οι πλούσιοι και οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν υλική δύναμη για να προστατεύσουν την υπεροχή τους. Έτσι, για να τους νικήσουμε, πρέπει αναγκαστικά να καταφύγουμε σε υλική δύναμη, σε βίαιη επανάσταση.

Συνακόλουθα, είμαστε οι εχθροί όλων των προνομιούχων τάξεων και όλων των κυβερνήσεων, και επιζήμιοι για όλους όσοι, αν και με τις καλύτερες προθέσεις, τείνουν με τις ενέργειές τους στο να αποδυναμώνουν την επαναστατική ενεργητικότητα των ανθρώπων και να αντικαταστήσουν μία κυβέρνηση με μια άλλη.

Αλλά τι πρέπει να κάνουμε για να διασφαλίσουμε ότι είμαστε σε θέση να κάνουμε την επανάστασή μας, μια επανάσταση ενάντια σε όλα τα προνόμια και κάθε εξουσία κι ότι θα νικήσουμε;

Η καλύτερη τακτική θα ήταν να διαδίδουμε τις ιδέες μας πάντα και παντού, να χρησιμοποιούμε όλα τα δυνατά μέσα για να καλλιεργήσουμε στους προλετάριους το πνεύμα της σύνδεσής τους και της αντίστασης και να τους παρακινούμε σε όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις, να είμαστε ανυποχώρητοι στην αντίθεσή μας απέναντι σε κάθε αστικό και σε κάθε εξουσιαστικό κόμμα και να παραμένουμε ασυγκίνητοι από τις καταγγελίες τους, να οργανωθούμε μαζί με αυτούς που έχουν πειστεί και πείθονται από τις ιδέες μας και να εφοδιαστούμε με τα υλικά μέσα που απαιτούνται για τον αγώνα. Και μόλις αποκτήσουμε αρκετή δύναμη για να νικήσουμε, να ξεσηκωθούμε μόνοι, για τον δικό μας αποκλειστικό λογαριασμό, να εφαρμόσουμε το πρόγραμμά μας στο σύνολό του, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, να εξασφαλίσουμε σε κάθε άτομο απεριόριστη ελευθερία να πειραματιστεί, να εφαρμόσει και να τροποποιήσει σταδιακά τη μορφή της κοινωνικής ζωής που θα αισθάνεται ότι είναι η καλύτερη.

Αλλά δυστυχώς, αυτή η τακτική δεν μπορεί να ακολουθείται πάντα πιστά και απαρέγκλιτα και δεν υπάρχει τρόπος να κάνει τον σκοπό μας να επιτύχει. Η αποτελεσματικότητα της προπαγάνδας είναι, το λιγότερο, περιορισμένη και όταν σε οποιοδήποτε δεδομένο πλαίσιο, όλα τα άτομα που είναι πιθανό, λόγω των ηθικών και υλικών συνθηκών τους, να κατανοήσουν και να ενστερνιστούν ένα δεδομένο σύνολο ιδεών έχουν πια μυηθεί, δεν υπάρχουν πολλά περισσότερα που μπορούν να επιτευχθούν μέσω του προφορικού και γραπτού λόγου μέχρις ότου μια αλλαγή στο κοινωνικό πλαίσιο να ανυψώσει ένα νέο στρώμα του πληθυσμού σε μια θέση όπου να μπορεί να εκτιμήσει αυτές τις ιδέες.

Ομοίως, η αποτελεσματικότητα της οργάνωσης της εργασίας περιορίζεται από τους ίδιους ακριβώς παράγοντες που παρεμποδίζουν την απεριόριστη εξάπλωση της προπαγάνδας καθώς και από τους αμέτρητους οικονομικούς και ηθικούς παράγοντες που αποδυναμώνουν ή εξουδετερώνουν πλήρως την επίδραση [στην υπόλοιπη κοινωνία] της αντίστασης των συνειδητών εργαζομένων.

Η ύπαρξη μιας ισχυρής, τεράστιας δικής μας οργάνωσης για τους σκοπούς της προπαγάνδας και της πάλης συναντά χίλια εμπόδια, την έλλειψη πόρων και, πάνω απ’ όλα, την κυβερνητική καταστολή. Και ακόμα κι αν ήταν δυνατόν, με την πάροδο του χρόνου, να φτάσουμε μέσω της προπαγάνδας και της οργάνωσης να έχουμε αρκετή δύναμη για να κάνουμε την επανάσταση, επιτιθέμενοι απευθείας προς την κατεύθυνση του αναρχικού σοσιαλισμού, κάθε μέρα που περνάει, πολύ πριν φτάσουμε σε αυτό το σημείο δύναμης, δημιουργεί πολιτικές καταστάσεις στις οποίες είμαστε υποχρεωμένοι να εμπλακούμε εάν δεν θέλουμε να χάσουμε, όχι μόνο τα οφέλη που θα αποκομίζαμε από αυτές, αλλά και κάθε επιρροή πάνω στους ανθρώπους, ανακόπτοντας μέρος της δουλειάς που έχει γίνει μέχρι στιγμής και καθιστώντας τη μελλοντική δουλειά πιο δύσκολη.

Συνεπώς, το πρόβλημα είναι να βρούμε κάποια μέσα με τα οποία, στο μέτρο του δυνατού, θα επιφέρουμε εκείνες τις αλλαγές στο κοινωνικό περιβάλλον που απαιτούνται ώστε να σημειώσει η προπαγάνδα μας πρόοδο και να επωφεληθούμε από τις συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων πολιτικών κομμάτων και από κάθε ευκαιρία που παρουσιάζεται, χωρίς να παραδώσουμε κανένα σημείο του προγράμματός μας και να το κάνουμε αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστήσουμε τη νίκη ευκολότερη και περισσότερο επικείμενη.

Στην Ιταλία, για παράδειγμα, η κατάσταση είναι τέτοια που υπάρχει η πιθανότητα, αργά ή γρήγορα, μιας εξέγερσης κατά της μοναρχίας. Αλλά είναι εξίσου βέβαιο ότι το αποτέλεσμα της επόμενης εξέγερσης δεν θα είναι ο αναρχικός σοσιαλισμός.

Θα πρέπει να λάβουμε μέρος στην προετοιμασία ή την στήριξη αυτής της εξέγερσης; Και πώς;

Υπάρχουν κάποιοι σύντροφοι που πιστεύουν ότι δεν είναι προς το συμφέρον μας να ασχοληθούμε με μια άνοδο που θα αφήσει τον θεσμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αλώβητο και που απλά θα αντικαταστήσει τη μία κυβέρνηση με μια άλλη, δηλαδή θα ιδρύσει μια δημοκρατία, που θα ήταν εξίσου αστική και καταπιεστική όσο και η μοναρχία. Λένε: ας αφήσουμε τους αστούς και τους επίδοξους κυβερνόντες να φαγωθούν μόνοι τους, ενώ εμείς θα συνεχίζουμε το δικό μας δρόμο, διατηρώντας την αντι-ιδιοκτησιακή και αντιεξουσιαστική προπαγάνδα μας.

Λοιπόν, το αποτέλεσμα οποιασδήποτε τέτοιας αποχής εκ μέρους μας θα ήταν πρώτον, ότι ελλείψει της συμβολής μας, οι πιθανότητες επιτυχίας της εξέγερσης θα μειώνονταν και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η μοναρχία κέρδισε εξαιτίας μας – αυτή η μοναρχία που ιδιαίτερα αυτή τη στιγμή που μάχεται για την επιβίωσή της και γίνεται επιθετική εξ αιτίας του φόβου της, εμποδίζει το δρόμο προς την προπαγάνδα και την πρόοδο. Επιπλέον, εάν η άνοδος [της Δημοκρατίας] προχωρούσε χωρίς τη συμβολή μας, δεν θα είχαμε καμία επιρροή στις επακόλουθες εξελίξεις, δεν θα ήμασταν σε θέση να αντλήσουμε πλεονεκτήματα από τις ευκαιρίες που εμφανίζονται πάντα κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου από το ένα καθεστώς στο άλλο, θα δυσφημιζόμασταν ως κόμμα δράσης και θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο για να μπορέσουμε να επιτύχουμε κάτι αξιοσημείωτο.

Δεν πρόκειται για μια περίπτωση όπου οι αστοί θα πολεμήσουν μεταξύ τους για να τους αφήσουμε, διότι σε οποιαδήποτε εξέγερση η πηγή της δύναμης, της υλικής δύναμης σε κάθε περίπτωση, είναι πάντα ο λαός και αν δεν είμαστε μέσα στον ξεσηκωμό για να μοιραστούμε τους κινδύνους και τις επιτυχίες και να προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε μια πολιτική αναταραχή σε κοινωνική επανάσταση, ο λαός θα είναι απλώς ένα εργαλείο στα χέρια φιλόδοξων προσώπων τα οποία είναι πρόθυμα να τον εξουσιάσουν.

Ενώ αντίθετα, παίρνοντας μέρος στην εξέγερση (μια εξέγερση που δεν θα ήμασταν ποτέ αρκετά δυνατοί για να την πραγματοποιήσουμε μόνοι μας) και παίζοντας όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ρόλο, θα κερδίζαμε τη συμπάθεια του ξεσηκωμένου λαού και θα ήμασταν σε θέση να πιέσουμε τα πράγματα όσο το δυνατόν περισσότερο.

Γνωρίζουμε πολύ καλά και ποτέ δεν κουραστήκαμε να το λέμε και να το αποδεικνύουμε, ότι η δημοκρατία και η μοναρχία είναι εξίσου κακές και ότι όλες οι κυβερνήσεις έχουν την ίδια τάση να επεκτείνουν τις εξουσίες τους και να καταπιέζουν τους υπηκόους τους όλο και περισσότερο. Γνωρίζουμε επίσης ωστόσο, ότι όσο ασθενέστερη είναι μια κυβέρνηση, τόσο ισχυρότερη είναι η αντίσταση σε αυτήν μεταξύ των ανθρώπων, και τόσο μεγαλύτερη είναι η διαθέσιμη ελευθερία και οι πιθανότητες προόδου.

Έχοντας μια αποτελεσματική συμβολή στην ανατροπή της μοναρχίας, θα ήμασταν σε θέση να αντιταχθούμε περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικά στην ίδρυση ή την εδραίωση μιας δημοκρατίας, θα μπορούσαμε να παραμείνουμε οπλισμένοι και να αρνηθούμε να υπακούσουμε στη νέα κυβέρνηση, και θα μπορούσαμε, εδώ και εκεί, να πραγματοποιήσουμε απόπειρες απαλλοτρίωσης και οργάνωσης της κοινωνίας σύμφωνα με τις αναρχικές και κομμουνιστικές γραμμές. Θα μπορούσαμε να αποτρέψουμε το να ξεφουσκώσει η επανάσταση με το καλημέρα, και την ενεργητικότητα του λαού που αφυπνίστηκε από την εξέγερση, να ξανακοιμηθεί. Όλα αυτά τα πράγματα δεν θα μπορούσαμε να τα κάνουμε, για προφανείς λόγους μαζικής ψυχολογίας, παρεμβαίνοντας εκ των υστέρων, μόλις η εξέγερση κατά της μοναρχίας θα έχει πραγματοποιηθεί και επιτύχει επί τη απουσία μας.

Στον αντίποδα αυτών των επιχειρημάτων, άλλοι σύντροφοι θα μας καλούσαν να αφήσουμε στην άκρη την αναρχική προπαγάνδα μας προς το παρόν, προκειμένου να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στον αγώνα κατά της μοναρχίας και στη συνέχεια να συνεχίσουμε τις ειδικά αναρχικές μας προσπάθειες μόλις η εξέγερση επιτύχει. Δεν τους περνάει από το μυαλό ότι αν ανακατευόμασταν σήμερα με τους ρεπουμπλικάνους, θα εργαζόμασταν για χάρη της επερχόμενης δημοκρατίας, θα καταδικάζαμε τις δικές μας τάξεις σε αποδιοργάνωση, θα ζαλίζαμε τα μυαλά των υποστηρικτών μας και ότι όταν πια θα το θέλαμε, δεν θα ήμασταν αρκετά δυνατοί για να εμποδίσουμε την  δημοκρατία να καθιερωθεί και να ριζώσει.

Μεταξύ αυτών των δύο αντίθετων σφαλμάτων, η πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί μας φαίνεται αρκετά σαφής.

Πρέπει να συνεργαστούμε με τους ρεπουμπλικάνους, τους δημοκρατικούς σοσιαλιστές και οποιοδήποτε άλλο αντιμοναρχικό κόμμα για να ρίξουμε τη μοναρχία· αλλά πρέπει να το πράξουμε ως αναρχικοί, προς όφελος της αναρχίας, χωρίς να διαλύσουμε τις δυνάμεις μας ή ανακατεύοντάς τις με τις δυνάμεις των άλλων και χωρίς να δεσμευτούμε για τίποτα πέρα από τη συνεργασία στην ένοπλη δράση.

Μόνο έτσι, κατά τη γνώμη μας, μπορούμε στα επόμενα γεγονότα να αποκομίσουμε όλα τα οφέλη μιας συμμαχίας με τα άλλα αντιμοναρχιακά κόμματα χωρίς να παραδίδουμε κανένα μέρος του δικού μας προγράμματος.

 

[ΠΗΓΗ]

 

Το παραπάνω κείμενο βρίσκεται στον 4ο τόμο των απάντων του Μαλατέστα «”Προς την Αναρχία” – Ο Μαλατέστα στην Αμερική, 1899 – 1900»

Το άρθρο του Μαλατέστα δημοσιεύτηκε αρχικά με τον τίτλο “Il compito degli anarchici”, στο La Questione Sociale (“Πάτερσον, Νιου Τζέρσεϊ”) 5, νέα σειρά, αρ. 13 (2 Δεκεμβρίου 1899).

Pierre Ramus – “Γιατί είμαι αναρχικός” [και ένα βιογραφικό σημείωμα]

Είμαι αναρχικός επειδή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας περιλαμβάνει αυτή της ελευθερίας. Αλλά είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο να είναι ελεύθερος ως προλετάριος στο πλαίσιο της παρούσας κοινωνικής οργάνωσης, της κρατικιστικής και εξουσιαστικής αρχής, της μονοπωλιακής βίας και της εκμετάλλευσης στον οικονομικό τομέα. Μόνο με την κατάργηση του κράτους και της μονοπωλιακής καπιταλιστικής οργάνωσης, της προστατευόμενής του, ο προλετάριος θα αποκτήσει μια ελευθερία που θα του εγγυάται την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του.

Η κατάργηση του κράτους συνεπάγεται την κατάργηση του μιλιταρισμού και όλων των ενόπλων δυνάμεων μέσα στην κοινωνία και η εξάλειψή τους θα οδηγήσει στην καταστροφή του καπιταλισμού και της µονοπωλιακής του βίας. Μόνο μέσω του αναρχισμού η ανθρωπότητα θα φτάσει σε μια εποχή πολιτισμού όπου η βάση θα είναι η ελευθερία και όπου η αξιοπρέπεια και η ανθρώπινη ευτυχία θα αποτελούν το ζωτικό της στοιχείο. Είμαι αναρχικός επειδή μισώ την κυριαρχία και τη βία σε όλες της τις μορφές, επειδή θεωρώ την ανθρώπινη ατομικότητα και την ελευθερία ως το μοναδικό σκοπό της ύπαρξης.

Διαβάστε περισσότερα

Σχετικά με την αντιπροσωπευτική κυβέρνηση και την καθολική ψηφοφορία

του Μιχαήλ Μπακούνιν

 

(1870)

 

Η σύγχρονη κοινωνία είναι τόσο πεπεισμένη για αυτή την αλήθεια: κάθε κράτος, ανεξάρτητα από την προέλευση ή τη μορφή του, πρέπει αναγκαστικά να οδηγεί στον δεσποτισμό, ώστε οι χώρες που στην εποχή μας απέσπασαν ένα ποσοστό ελευθερίας από το κράτος έσπευσαν να υποβάλουν τους κυβερνώντες τους, ακόμη και όταν αυτοί οι κυβερνώντες προέκυψαν από την επανάσταση και εκλέχθηκαν από το σύνολο του λαού, στον αυστηρότερο δυνατό έλεγχο. Προκειμένου να διαφυλάξουν την ελευθερία τους, βασίζονται στον πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο που ασκεί η λαϊκή βούληση πάνω σε όσους είναι επιφορτισμένοι με τη δημόσια και κατασταλτική εξουσία. Σε όλα τα έθνη που ζουν υπό αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση η ελευθερία μπορεί να είναι πραγματική μόνο όταν αυτός ο έλεγχος είναι πραγματικός και αποτελεσματικός. Προκύπτει, επομένως, ότι αν ο έλεγχος αυτός είναι πλασματικός, τότε η ελευθερία του λαού καθίσταται ομοίως μια ολοκληρωτική απάτη. Διαβάστε περισσότερα

Σχετικά με την ψηφοφορία

του Ελιζέ Ρεκλύ

 

 

Κλαράνς, Βω

26 Σεπτεμβρίου 1885

Σύντροφοι:

 

Ζητάτε από έναν άνθρωπο καλής θέλησης, ο οποίος δεν είναι ούτε ψηφοφόρος ούτε υποψήφιος, να σας πει ποιες είναι οι ιδέες του σχετικά με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.

Ο χρόνος που μου δώσατε είναι πολύ σύντομος, αλλά καθώς έχω πολύ σαφείς πεποιθήσεις σχετικά με το θέμα της εκλογικής ψήφου, αυτό που έχω να πω μπορεί να διατυπωθεί με λίγα λόγια.

Το να ψηφίζεις σημαίνει να παραιτείσαι– το να διορίζεις έναν ή περισσότερους αφέντες για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα σημαίνει να παραιτείσαι από την κυριαρχία σου. Είτε γίνει απόλυτος μονάρχης, είτε συνταγματικός άρχοντας, είτε απλώς ένας αντιπρόσωπος με μικρό μερίδιο εξουσιών, ο υποψήφιος που θα ορίσετε για τον θρόνο ή την καρέκλα θα είναι ο ανώτερός σας. Διορίζετε ανθρώπους που είναι υπεράνω του νόμου, αφού είναι υπεύθυνοι για τη σύνταξή του και η αποστολή τους είναι να σας κάνουν να τον υπακούσετε.

Το να ψηφίζεις σημαίνει να ξεγελιέσαι– σημαίνει να πιστεύεις ότι άνθρωποι σαν εσένα θα αποκτήσουν ξαφνικά, με το χτύπημα ενός κουδουνιού, την αρετή να γνωρίζουν και να κατανοούν τα πάντα. Δεδομένου ότι οι αντιπρόσωποί σας πρέπει να νομοθετούν για τα πάντα, από τα σπίρτα μέχρι τα πολεμικά πλοία, από το ξεχορτάριασμα των δέντρων μέχρι την εξόντωση των ερυθρόδερμων ή των μαύρων, νομίζετε ότι η νοημοσύνη τους αυξάνεται ανάλογα με την απεραντοσύνη του έργου τους. Η ιστορία μάς διδάσκει ότι ισχύει το αντίθετο. Η εξουσία πάντα τρελαίνει, και η ρητορεία αποβλακώνει. Στις άρχουσες συνελεύσεις επικρατεί αναπόφευκτα η μετριότητα.

Η ψήφος συνεπάγεται την προδοσία- Χωρίς αμφιβολία, οι ψηφοφόροι πιστεύουν στην ειλικρίνεια εκείνων στους οποίους δίνουν την ψήφο τους – και ίσως έχουν δίκιο την πρώτη ημέρα, όταν οι υποψήφιοι βρίσκονται ακόμη στη φλόγα του πρώτου έρωτα. Αλλά κάθε μέρα έχει το αύριο της. Μόλις αλλάξει το περιβάλλον, ο άνθρωπος αλλάζει μαζί του. Σήμερα, ο υποψήφιος υποκλίνεται μπροστά σας, και ίσως πολύ χαμηλά- αύριο, θα ξανασηκωθεί, και ίσως να βρεθεί πολύ ψηλά. Εκείνος ο ίδιος που σας ικέτευε για ψήφους, αυτός αύριο θα σας δίνει εντολές. Μπορεί ο εργάτης που έγινε επιστάτης να παραμείνει αυτό που ήταν πριν κερδίσει την εύνοια του αφεντικού; Δεν μαθαίνει ο φλογερός δημοκράτης να σκύβει την πλάτη του όταν ο τραπεζίτης καταδέχεται να τον καλέσει στο γραφείο του, όταν οι υπηρέτες των βασιλιάδων του κάνουν την τιμή να τον υποδεχτούν στους προθάλαμους; Η ατμόσφαιρα αυτών των νομοθετικών σωμάτων είναι ανθυγιεινή για την αναπνοή- στέλνετε τους αντιπροσώπους σας σε ένα περιβάλλον διαφθοράς- μην εκπλαγείτε αν βγουν διεφθαρμένοι.

Γι’ αυτό μην παραιτείστε, μην παραδίδετε το πεπρωμένο σας σε ανθρώπους που είναι βέβαιο ότι θα είναι ανίκανοι και σε μελλοντικούς προδότες. Μην ψηφίζετε! Αντί να εμπιστεύεστε τα συμφέροντά σας σε άλλους, υπερασπιστείτε τα εσείς οι ίδιοι- αντί να προσλαμβάνετε συνηγόρους για να σας προτείνουν μια μελλοντική πορεία δράσης, δράστε! Δεν υπάρχει έλλειψη ευκαιριών για τους ανθρώπους καλής θέλησης. Το να μεταβιβάζεις την ευθύνη για τη συμπεριφορά σου σε άλλους αποτελεί έλλειψη γενναιότητας.

Τους θερμότερους χαιρετισμούς μου σε εσάς, σύντροφοι.

 

Ελιζέ Ρεκλύ

 

https://fr.theanarchistlibrary.org/library/reclus-elisee-voter-c-est-abdiquer

“ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ” ΕΚΛΟΓΙΣΤΕΣ

 

του Ερρίκο Μαλατέστα

 

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει καμία αρχή που να δίνει ή να αφαιρεί το δικαίωμα να αποκαλεί κανείς τον εαυτό του αναρχικό, είμαστε υποχρεωμένοι να παρατηρούμε κατά καιρούς την εμφάνιση κάποιου προσηλυτισμένου στον κοινοβουλευτισμό που συνεχίζει, τουλάχιστον για ένα διάστημα, να δηλώνει αναρχικός.

Δεν βρίσκουμε τίποτα κακό, τίποτα το ατιμωτικό στο να αλλάζει κανείς απόψεις, όταν η εν λόγω αλλαγή προέρχεται από νέες και ειλικρινείς αντιλήψεις και όχι από ιδιοτελή κίνητρα˙ θα θέλαμε, ωστόσο, να λέει κανείς με ειλικρίνεια τι έχει γίνει και τι έχει πάψει να είναι, ώστε να αποφεύγονται παρεξηγήσεις και ανώφελες συζητήσεις.  Ίσως όμως αυτό να μην είναι δυνατόν, διότι εκείνοι που αλλάζουν τις ιδέες τους δεν γνωρίζουν, συνήθως, στην αρχή πού θα καταλήξουν. Διαβάστε περισσότερα

Δύο αντιπολεμικά κείμενα του Ερρίκο Μαλατέστα με αφορμή τον Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ

 

Ο πόλεμος έχει ξεσπάσει.[1]  Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες, όπως φαίνεται, είχαν βαλθεί να τον ξορκίσουν και για να το πετύχουν αυτό είχαν καταπατήσει κάθε έννοια ανθρωπιάς, αφήνοντας διακόσιες χιλιάδες αρμενικούς λαιμούς να κόβονται ατιμώρητα εδώ και τους Κρητικούς αντάρτες να πυροβολούνται εκεί προς όφελος του “μεγάλου δολοφόνου” της Κωνσταντινούπολης, αποδείχθηκαν ανίκανες να αποτρέψουν τη σύγκρουση – όπως ανίκανες θα είναι και να την αποκαταστήσουν και να βρουν μια λύση στο ανατολικό ζήτημα που να ικανοποιεί τους λαούς και να εγγυάται την ειρήνη.

Ίσως αυτοί οι μεγάλοι ειρηνοποιοί να αποδειχθούν ανίκανοι να κάνουν κάτι περισσότερο από το να τσακώνονται μεταξύ τους, πλημμυρίζοντας την Ευρώπη με αγανάκτηση και πένθος. Εδώ έχουμε πολιτική χρεοκοπία, αμέσως μετά την οικονομική χρεοκοπία του αστικού συστήματος.

Και μετά από αυτό οι αστοί θα εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι είναι η πεφωτισμένη τάξη και ότι έχουν το δικαίωμα να ηγούνται της κοινωνίας! Έχουν οργανώσει ένα τεράστιο σύστημα παραγωγής και εμπορίου και ηγούνται μιας κατάστασης πραγμάτων στην οποία η πείνα έχει γίνει ενδημική και όπου οι μηχανές, τα μέσα παραγωγής, υποδουλώνουν και σκοτώνουν τον παραγωγό! Έχουν οργανώσει ένα περίπλοκο πολιτικό σύστημα που έπρεπε να εγγυάται την ειρήνη, αν όχι την ελευθερία, και αναγκάζονται, λόγω του φόβου τους για τον πόλεμο, να σπαταλήσουν το μεγαλύτερο μέρος του εθνικού πλούτου σε εξοπλισμούς, για να καταλήξουν σε έναν καταστροφικό πόλεμο, ο οποίος θα αφήσει στο πέρασμά του τις ίδιες αβεβαιότητες και κινδύνους όπως και πριν! Αλλά θα συνεχίσουν να το κάνουν εντούτοις, με ήσυχη τη συνείδηση, απολαμβάνοντας τον ιδρώτα και το αίμα του λαού… μέχρις ότου ο λαός να διορθώσει το πρόβλημα.

Εν τω μεταξύ, ανθρώπινο αίμα χύνεται στη Θεσσαλία και την Ήπειρο σε έναν άγριο αγώνα στον οποίο ο τυφλός θρησκευτικός και πολιτικός φανατισμός της μιας πλευράς ανταγωνίζεται τον εξίσου τυφλό πατριωτικό φανατισμό της άλλης.

Ποια είναι τα πιθανά αποτελέσματα αυτού του ανταγωνισμού;

Σε ό,τι έχει απομείνει από την τουρκική αυτοκρατορία, οι λύσεις που βασίζονται στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα είναι λιγότερο αποδεκτές από ό,τι αλλού. Η αρχή της εθνικότητας δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για το σχηματισμό εδαφικών κρατών, δεδομένου ότι οι πιο διαφορετικές εθνικότητες εκεί πέρα συνυπάρχουν στα ίδια εδάφη. Η μόνη λύση που δεν θα κατέληγε σε μια μόνιμη κατάσταση βίας και καταπίεσης θα ήταν αυτή που θα βασιζόταν στην ευρύτερη δυνατή ελευθερία για κάθε εθνική και θρησκευτική ομάδα. Εκεί, η αναρχική οργάνωση, δηλαδή η οργάνωση από τα κάτω μέσω της ελεύθερης ομοσπονδίας, δεν θα αποτελούσε μόνο ένα ιδανικό μιας ανώτερης κοινωνικής ζωής, αλλά και μια πιεστική αναγκαιότητα που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Μπορούμε όμως να είμαστε σίγουροι ότι αυτή είναι μια λύση που καμία από τις δυνάμεις από τις οποίες εξαρτάται η πορεία των πραγμάτων δεν θα ήταν πρόθυμη ούτε καν να συζητήσει.

Και αφού η πραγματική ελευθερία είναι εκτός συζήτησης, ειλικρινά, δεν είμαστε βέβαιοι για το τι να ευχηθούμε. Από την ειρήνη ή τον πόλεμο στην Ευρώπη, από την παράταση της ζωής της τουρκικής αυτοκρατορίας ή από τη διάλυσή της, από την επέκταση της ρωσικής αυτοκρατορίας ή από την παρακμή της, μπορεί να προκύψουν περιστάσεις και γεγονότα που εξυπηρετούν ή δεν εξυπηρετούν την υπόθεση του προλεταριάτου και που δεν μπορούμε ούτε να προβλέψουμε ούτε να κατευθύνουμε.

Το γεγονός είναι ότι ολόκληρη η πολιτική σήμερα κυριαρχείται από δυναστικές και ταξικές σκοπιμότητες, και έτσι τα πάντα αποβαίνουν εις βάρος του προλεταριάτου: το καλό δεν μπορεί να έρθει παρά μόνο από κάποια ακούσια και τυχαία σύμπτωση συνθηκών ή από τη συνειδητή αντίσταση του ίδιου του προλεταριάτου.

Το μόνο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε, το μόνο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να αφυπνίσουμε τη συνείδηση του προλεταριάτου και να κάνουμε το παν για να φροντίσουμε ώστε να είναι έτοιμο να επωφεληθεί από τα γεγονότα, όποια κι αν είναι αυτά.

 

 

[1] Παρόλο που οι μάχες είχαν ήδη ξεσπάσει, η επίσημη κήρυξη του πολέμου δεν αναγγέλθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι τις 18 Απριλίου 1897. (Σημείωση του Turcato)

 

Αντλήθηκε από το “The Complete Works of Errico Malatesta,” Vol. III – Ed. Davide Turcato
Μεταφράστηκε από τον Paul Sharkey από το “La guerra”, L’Agitatore Socialista Anarchico (25 Απριλίου 1897), μονό τεύχος, σε αντικατάσταση του αρ. 7 της L’Agitazione.

 


 

Ο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ

 

Για άλλη μια φορά η απειλή ενός γενικευμένου πολέμου πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Ενώ οι διπλωμάτες καυχιόντουσαν ότι είχαν επιτυχώς τοπικοποιήσει την ελληνοτουρκική σύγκρουση και ότι τώρα η ειρήνη θα έπρεπε να είναι στην ημερήσια διάταξη, οι φυσικές και προβλέψιμες αξιώσεις της νικήτριας Τουρκίας εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται τις ανεπαρκώς συγκαλυμμένες αντιπαλότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων και να προκαλούν την μεγαλύτερη ίσως απειλή πολέμου που έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια.

Ο πόλεμος μεταξύ των πολιτισμένων λαών της Ευρώπης θα ήταν μια τεράστια καταστροφή: μια καταστροφή όχι μόνο από την άποψη των ζωών που χάνονται και των ερειπίων που συσσωρεύονται, αλλά ακόμη περισσότερο από την άποψη των δηλητηριωδών παθών που προκαλεί, της πατριωτικής υπερηφάνειας που τρέφει και της μακροχρόνιας κληρονομιάς μίσους και εχθρότητας που αφήνει στο πέρασμά του.

Είναι αλήθεια ότι ο πόλεμος, κλονίζοντας τη δομή του κράτους και, στην ηττημένη χώρα, καταστρέφοντας το κύρος του στρατού και της κυβέρνησης, μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να αποτελέσει την κατάλληλη αφορμή για ριζοσπαστικές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές – και, αν προκύψουν τέτοιες συνθήκες, ελπίζουμε ότι το προλεταριάτο και τα προοδευτικά κόμματα των διαφόρων χωρών θα επωφεληθούν από αυτές.

Αλλά είναι πάνω απ’ όλα αλήθεια ότι το πατριωτικό συναίσθημα, με τη χειρότερη έννοια της λέξης, και τα αιμοδιψή ένστικτα απέχουν πολύ από το να εξαντληθούν και ότι επιστρέφουν με νέο σθένος κάθε φορά που το κανόνι βρυχάται και το αίμα κυλά.

Στην Ιταλία, στον απόηχο του Αμπά Γκαρίμα, είχαμε πράγματι μια έκρηξη λαϊκής απέχθειας και μια ευρεία κραυγή για ειρήνη, αλλά αυτό συνέβη επειδή οι Ιταλοί στρατιώτες υπέστησαν ντροπιαστική συντριβή και, εκτός αυτού, ο νικητής εχθρός ήταν πολύ μακριά και δεν ήταν σε θέση να αποτελέσει απειλή για το έδαφος της πατρίδας. Αν, αντίθετα, η νίκη είχε πάει στα ιταλικά όπλα, ολόκληρη η Ιταλία θα είχε κατακλυστεί από την απόλαυση και τον ενθουσιασμό για τον πόλεμο. Ας θυμηθούμε τον λυρισμό όλων των κομμάτων, εκτός από τους σοσιαλιστές, όταν η Αφρική φαινόταν να υπόσχεται δόξα και πλούτο- και ας θυμηθούμε τον ενθουσιασμό του λαού όταν, πριν από την τελική και μη αναστρέψιμη ήττα, κάθε αψιμαχία, όσο ασήμαντη κι αν ήταν, αναφερόταν ως ένδοξη νίκη. Όσο βίαιος, ανίκανος και ανήθικος κι αν ήταν, ο Κρίσπι μπόρεσε να γίνει ο κυρίαρχος της Ιταλίας και, ίσως, αν δεν ήταν οι Αβησσυνοί, θα ήταν ακόμα, απλώς και μόνο επειδή είχε χαϊδέψει με επιτυχία την υπερηφάνεια των Ιταλών με τη “μεγάλη πολιτική” του.

Και η Ιταλία είναι, όσον αφορά τις λαϊκές της μάζες, ίσως ο λιγότερο πατριωτικός λαός στον Κόσμο!

Έτσι, μια κοινωνική επανάσταση που οργανώνεται σε περίοδο πολέμου ή υπό την παρουσία ξένου εισβολέα είναι πάντοτε πολύ δύσκολη και, ακόμη και αν πραγματοποιηθεί, εύκολα εκφυλίζεται σε πολιτική και εθνικιστική αναταραχή.

Ο πόλεμος είναι μια απειλή που κρέμεται πάντα πάνω από το κεφάλι του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, μια απειλή για την πρόοδο, μια απειλή για τις καλύτερες ελπίδες μας.

Μπορεί να ξεσπάσει τώρα για το Ανατολικό Ζήτημα ή αργότερα για κάποιο άλλο ζήτημα, αλλά είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα προς το οποίο βαδίζουν τα κράτη της Ευρώπης και μέσω του οποίου θα αναζητήσουν λύση στις αξεδιάλυτες πολιτικές και οικονομικές διαφορές στις οποίες εμπλέκονται όλο και περισσότερο. Είναι αλήθεια ότι οι ίδιες οι κυβερνήσεις τον φοβούνται επειδή τα αποτελέσματά του είναι απρόβλεπτα και κυρίως λόγω των εσωτερικών συνεπειών που μπορεί να έχει στα διάφορα κράτη, αλλά οδηγούνται σε αυτόν από αναγκαιότητα. Και εκτός αυτού, ο πόλεμος εξακολουθεί να είναι το τελευταίο, το απόλυτο όπλο στο οπλοστάσιο των κρατών για να αποσπάσουν την προσοχή του λαού από τα κοινωνικά ζητήματα και να σταματήσουν εγκαίρως την απειλητική αυτοοργάνωση του προλεταριάτου.

Μόνο η σταθερή αποφασιστικότητα των προλετάριων να αρνηθούν να πολεμήσουν μεταξύ τους για τη μεγέθυνση της δόξας των αφεντικών τους μπορεί και πρέπει να αποτρέψει τον πόλεμο και να στείλει αυτό το απομεινάρι της βαρβαρότητας μια για πάντα στις θλιβερές αναμνήσεις του παρελθόντος.

Είναι σχεδόν κοινότυπο να δηλώνουμε ότι ο πόλεμος δεν μπορεί να διεξαχθεί αν ο λαός είναι εναντίον του, αλλά ολόκληρη η προπαγάνδα μας αποτελείται από αυτό το είδος της κοινοτυπίας: πείθοντας τους ανθρώπους ότι μπορούν να έχουν αυτό που θέλουν, αρκεί να μάθουν πώς να το θέλουν συνειδητά και ανυποχώρητα.

Ο λαός είναι αυτός που διεξάγει τον πόλεμο, διότι είναι αυτός που προμηθεύει τους στρατιώτες, ο λαός που βρίσκεται στις γραμμές μεταφοράς και ανεφοδιασμού. Αν, με την απλή φημολογία του πολέμου, οι στρατιώτες αρνούνταν να πορευτούν- ή αν οι εργάτες στα ναυπηγεία και τα εργοστάσια όπλων απεργούσαν- ή αν οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους αρνούνταν να βοηθήσουν στη μεταφορά στρατευμάτων, υλικών και τροφίμων στα θέατρα του πολέμου- ή αν οι ανθρακωρύχοι σταματούσαν την εξόρυξη και οι μεταφορείς σταματούσαν να μεταφέρουν τον άνθρακα που χρησιμοποιείται για τους σιδηροδρόμους, το ναυτικό και τα στρατιωτικά εργαστήρια, δεν θα υπήρχε πλέον η δυνατότητα πολέμων.

Πριν από χρόνια, η αντιμιλιταριστική προπαγάνδα μέσα στο λαό ήταν πιο έντονη από ό,τι σήμερα. Το 1870, υπήρχαν διεθνείς διαδηλώσεις αλληλεγγύης που διοργανώθηκαν από Γερμανούς και Γάλλους εργάτες, κάτι που ίσως να μην συμβαίνει σήμερα. Και εκεί, η επιρροή του κοινοβουλευτισμού στο εσωτερικό του σοσιαλισμού είχε την επιζήμια επίδρασή της.

Στο σοσιαλιστικό συνέδριο των Βρυξελλών το 1891, ο Ολλανδός Ντομέλα Νιουβενχούις πρότεινε να περιληφθεί η στρατιωτική απεργία στο σοσιαλιστικό πρόγραμμα: δηλαδή, σε περίπτωση πολέμου, να αρνηθούν να υπηρετήσουν. Αλλά ηττήθηκε από τους δημοκρατικούς σοσιαλιστές και γελοιοποιήθηκε σε κάθε σοσιαλιστικό φύλλο, μικρό και μεγάλο, υπακούοντας στο λόγο που έβγαινε από το Βερολίνο.

Στο Συνέδριο του Λονδίνου το 1896, προκειμένου να αντιταχθούν στον πόλεμο, οι Αλλεμανιστές [1] επαναστάτες σοσιαλιστές και οι αναρχικοί πρότειναν μια γενική απεργία κάθε οργανωμένου επαγγέλματος του οποίου η εργασία είναι απαραίτητη για τον στρατό που θα διεξάγει τον πόλεμο, αλλά δεν μπόρεσαν να πείσουν τους σοσιαλδημοκράτες να τους κάνουν έστω την ευγενική τιμή να συζητήσουν το θέμα.

“Ουτοπίες!” ακούστηκε η περιφρονητική κραυγή από τους πρακτικούς ανθρώπους του κοινοβουλευτικού σοσιαλισμού- και ουτοπίες θα παραμείνουν πράγματι μέχρι ο λαός να αποκτήσει έναν σημαντικό βαθμό συνείδησης και οργάνωσης. Αλλά μέχρι ο λαός να πει όχι, τα πάντα, ακόμα και η πιο ανόδυνη μεταρρύθμιση, είναι ουτοπίες- και αργά ή γρήγορα πρέπει να αρχίσουμε να υποστηρίζουμε και να διαδίδουμε αυτές τις ουτοπίες, αν θέλουμε να εισχωρήσουν στη λαϊκή συνείδηση και να γίνουν πρακτικές δυνατότητες και ζωντανές αλήθειες!

Ή μήπως περιμένουν, πριν αντιταχθούν στη διεθνή σφαγή, μέχρι να αποκτήσουν μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα στερήσει από το υπουργείο τις πιστώσεις που χρειάζεται; Είναι αυτό ουτοπία ή χίμαιρα;

Αλλά ακόμη και τώρα σε όλη την Ευρώπη υπάρχουν σημάδια που προμηνύουν καλύτερες μέρες.

Στην Αγγλία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία, οι ανθρακωρύχοι συσφίγγουν όλο και περισσότερο τους δεσμούς της διεθνούς αλληλεγγύης- στις ίδιες αυτές χώρες, η νέα “Διεθνής Ομοσπονδία Εργαζομένων στα Πλοία, στις Αποβάθρες και στα Ποτάμια” -η οποία έδωσε με εξαιρετικό τρόπο την πρώτη της οικονομική μάχη στην πρόσφατη απεργία στις αποβάθρες του Αμβούργου- κερδίζει σε δύναμη και σημασία [2].

Στη Γαλλία, οι σιδηροδρομικοί αποτελούν μια πανίσχυρη οργάνωση, η οποία δεν κρύβει τις επαναστατικές της τάσεις και έχει ήδη καταφέρει, με την απειλή της απεργίας, να αναγκάσει την κυβέρνηση να αποσύρει ένα νομοσχέδιο που αποσκοπούσε στο να αφαιρέσει τα δικαιώματα του συνδικαλισμού και της απεργίας από τους εργαζόμενους στους σιδηροδρόμους (οι οποίοι στη Γαλλία ανήκουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο κράτος).

Αυτός είναι ο σωστός τρόπος, ο μόνος τρόπος για να καταστούν οι πόλεμοι αδύνατοι: με την καλύτερη οργάνωση του προλεταριάτου και την επέκτασή της σε κάθε χώρα.

Εν τω μεταξύ, με κάθε εκδήλωση πατριωτικής έξαρσης, ας φωνάξουμε με μια φωνή: Ζήτω η αδελφοσύνη μεταξύ των λαών, ζήτω η Εργατική Διεθνής.

 

Αναφέρεται στον Α’ Ιταλο-Αβυσσηνιακό πόλεμο του 1895-1896 τον οποίο κύρηξε το ιταλικό κράτος με στόχο την αποικιοποίηση της Αβυσσινίας (σημερινή Αιθιοπία).

 

[1] Οι Αλεμανιστές, που πήραν το όνομά τους από τον ηγέτη τους Ζαν Αλεμάν, ήταν ένας παρακλάδι των Γάλλων σοσιαλιστών. Το 1890, αποσχίστηκαν από τους Ποσιμπιλιστές, τους οπαδούς του Πωλ Μπρους, για να σχηματίσουν ένα δικό τους κόμμα. Οι δύο παρατάξεις ήταν εξίσου αντίθετες με τη μαρξιστική ορθοδοξία των Γκεζντιστών, η οποία υπέτασσε τον εργατικό αγώνα στον πολιτικό αγώνα. Ωστόσο, ενώ οι Ποσιμπιλιστές έδιναν προτεραιότητα στα συνδικαλιστικά κεκτημένα στο πλαίσιο του καπιταλισμού, οι Αλλεμανιστές έβλεπαν τα συνδικάτα και τη γενική απεργία ως ισχυρά μέσα επαναστατικής δράσης.

[2] Η Ομοσπονδία, της οποίας προήδρευε ο Βρετανός φίλος του Μαλατέστα, Τομ Μαν, προώθησε την οργάνωση των λιμενεργατών σε διεθνή βάση. Οι λιμενεργάτες του Αμβούργου πραγματοποίησαν μια μεγάλη απεργία που διήρκεσε έντεκα εβδομάδες, από το Νοέμβριο του 1896 έως το Φεβρουάριο του 1897.

 

 

 Αντλήθηκε από το “The Complete Works of Errico Malatesta,” Vol. III – Επιμ. Davide Turcato

 Μεταφράστηκε από τον Paul Sharkey από το “La guerra europea e l’organizzazione internazionale dei lavoratori”, L’Agitazione (Ancona) 1, αρ. 10 (15 Μαΐου 1897).

 

 

ΠΗΓΗ:

The War | The Anarchist Library

The European War and the International Workers’ Organization | The Anarchist Library

Δύο συνεντεύξεις με τους Βούλγαρους αναρχικούς Alexander Nakov και Georgi Konstantinov

 

Συνέντευξη με τον Alexander Nakov

Απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του A. Nakov για το μπολσεβίκικο πογκρόμ κατά των αναρχικών

Ο A. Nakov μέσα από τα Αρχεία της κρατικής ασφάλειας της “Λ.Δ.” Βουλγαρίας

 


 

Αναρχία και Βία

ΕΡΡΙΚΟ ΜΑΛΑΤΕΣΤΑ

 

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε το 1894 και δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη (9 Σεπτεμβρίου και 10 Οκτωβρίου), στην εφημερίδα Liberty του Λονδίνου. Αφορμή για τη συγγραφή του στάθηκαν οι τότε πρόσφατες ενέργειες που είχαν διαπραχθεί από Γάλλους αναρχικούς τερροριστές. Οι βασικές γραμμές της επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει ο Μαλατέστα εδώ σχετικά με το ζήτημα της βίας επαναλαμβάνονται και σε ένα δεύτερο άρθρο  που έγραψε ο ίδιος με τον ίδιο τίτλο, 30 χρόνια μετά. Το συγκεκριμένο κείμενο αναδημοσιεύθηκε στην ανθολογία κειμένων του Μαλατέστα με τίτλο The method of freedom (Η μέθοδος της ελευθερίας) σε επιμέλεια του Davide Turcato, εκδόσεις AK Press.

  Διαβάστε περισσότερα

Πιο επικίνδυνη από χίλιους ταραξίες – Η επαναστατική Ζωή Της Λούσυ Πάρσονς

 

Ένα σύντομο βίντεο βασισμένο στη ζωή της αναρχικής Λούσυ Πάρσονς.


Μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.

1 2