Ποια είδη πράσινου αναρχισμού υπάρχουν;

Η έμφαση στις αναρχικές ιδέες ως λύση για την οικολογική κρίση αποτελεί κοινό στοιχείο στις περισσότερες μορφές του αναρχισμού σήμερα. Η τάση αυτή ανάγεται στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στα έργα του Πιότρ Κροπότκιν και του Ελιζέ Ρεκλύ. Ο τελευταίος, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι «υπάρχει μια μυστική αρμονία μεταξύ της γης και των ανθρώπων τους οποίους τρέφει, και όταν οι απερίσκεπτες κοινωνίες αφήνονται να παραβιάσουν αυτή την αρμονία, καταλήγουν πάντα να το μετανιώνουν». Ομοίως, κανένας σύγχρονος οικολόγος δεν θα διαφωνούσε με τα σχόλιά του ότι «ο πραγματικά πολιτισμένος άνθρωπος κατανοεί ότι η φύση του είναι συνδεδεμένη με το συμφέρον του συνόλου και της φύσης. Αποκαθιστά τις ζημιές που προκάλεσαν οι πρόγονοί του και εργάζεται για να βελτιώσει την περιοχή του». [παρατίθεται από τον George Woodcock, «Εισαγωγή», Marie Fleming, The Geography of Freedom, σ. 15].

Όσον αφορά τον Κροπότκιν, υποστήριξε ότι μια αναρχική κοινωνία θα βασιζόταν σε μια συνομοσπονδία κοινοτήτων που θα ενσωμάτωνε τη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία, καθώς και την αποκέντρωση και την ενσωμάτωση της βιομηχανίας και της γεωργίας (βλ. το κλασικό έργο του Αγροί, Εργοστάσια και Εργαστήρια). Αυτή η ιδέα μιας οικονομίας στην οποία «το μικρό είναι όμορφο» (για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο του κλασικού Πράσινου βιβλίου του E.F. Schumacher) προτάθηκε σχεδόν 70 χρόνια πριν υιοθετηθεί από αυτό που έμελλε να γίνει το πράσινο κίνημα. Επιπλέον, ο Κροπότκιν στο βιβλίο του «Αλληλοβοήθεια» κατέγραψε πώς η συνεργασία εντός των ειδών και μεταξύ αυτών και του περιβάλλοντός τους είναι συνήθως πιο επωφελής για αυτά από ό,τι ο ανταγωνισμός. Το έργο του Κροπότκιν, σε συνδυασμό με αυτό του Ουίλιαμ Μόρις, των αδελφών Ρεκλύ (οι οποίοι, όπως και ο Κροπότκιν, ήταν παγκοσμίως αναγνωρισμένοι γεωγράφοι) και πολλών άλλων, έθεσε τα θεμέλια για το σημερινό αναρχικό ενδιαφέρον για τα οικολογικά ζητήματα.

Ωστόσο, ενώ υπάρχουν πολλά θέματα οικολογικής φύσης μέσα στον κλασικό αναρχισμό, μόνο σχετικά πρόσφατα ήρθαν στο προσκήνιο οι ομοιότητες μεταξύ της οικολογικής σκέψης και του αναρχισμού (ουσιαστικά από τη δημοσίευση του κλασικού δοκιμίου του Μάρεϊ Μπούκτσιν “Οικολογία και Επαναστατική Σκέψη” το 1965). Πράγματι, δεν θα ήταν υπερβολή να δηλώσουμε ότι είναι οι ιδέες και το έργο του Μάρεϊ Μπούκτσιν που έχουν τοποθετήσει την οικολογία και τα οικολογικά ζητήματα στην καρδιά του αναρχισμού και των αναρχικών ιδεωδών και αναλύσεων σε πολλές πτυχές του πράσινου κινήματος.

Πριν συζητήσουμε τα είδη του πράσινου αναρχισμού (που ονομάζεται επίσης οικο-αναρχισμός), θα ήταν χρήσιμο να εξηγήσουμε τι ακριβώς έχουν κοινό ο αναρχισμός και η οικολογία. Για να παραθέσουμε τα λόγια του Μάρεϊ Μπούκτσιν, «τόσο ο οικολόγος όσο και ο αναρχικός δίνουν μεγάλη έμφαση στον αυθορμητισμό» και «τόσο για τον οικολόγο όσο και για τον αναρχικό, μια συνεχώς αυξανόμενη ενότητα επιτυγχάνεται με την αυξανόμενη διαφοροποίηση. Ένα αναπτυσσόμενο σύνολο δημιουργείται από τη διαφοροποίηση και τον εμπλουτισμό των μερών του». Επιπλέον, «όπως ακριβώς ο οικολόγος επιδιώκει να διευρύνει το εύρος ενός οικοσυστήματος και να προωθήσει την ελεύθερη αλληλεπίδραση μεταξύ των ειδών, έτσι και ο αναρχικός επιδιώκει να διευρύνει το εύρος των κοινωνικών πειραματισμών και να αφαιρέσει όλα τα εμπόδια στην ανάπτυξή τους». [Post-Scarcity Anarchism, σ. 36].

Έτσι, η αναρχική μέριμνα για την ελεύθερη ανάπτυξη, την αποκέντρωση, την ποικιλομορφία και τον αυθορμητισμό αντανακλάται στις οικολογικές ιδέες και προβληματισμούς. Η ιεραρχία, ο συγκεντρωτισμός, το κράτος και οι συγκεντρώσεις πλούτου μειώνουν από τη φύση τους την ποικιλομορφία και την ελεύθερη ανάπτυξη των ατόμων και των κοινοτήτων τους και έτσι αποδυναμώνουν το κοινωνικό οικοσύστημα καθώς και τα πραγματικά οικοσυστήματα στα οποία εντάσσονται οι ανθρώπινες κοινωνίες. Όπως υποστηρίζει ο Μπούκτσιν, «το αναδομητικό μήνυμα της οικολογίας… είναι ότι πρέπει να διατηρήσουμε και να προωθήσουμε την ποικιλότητα», αλλά μέσα στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία «ό,τι είναι αυθόρμητο, δημιουργικό και ξεχωριστό περιορίζεται από την τυποποίηση, τη ρύθμιση και τη μαζικοποίηση». [ό.π., σ. 35 και σ. 26] Έτσι, από πολλές απόψεις, ο αναρχισμός μπορεί να θεωρηθεί η εφαρμογή των οικολογικών ιδεών στην κοινωνία, καθώς ο αναρχισμός στοχεύει στην ενδυνάμωση των ατόμων και των κοινοτήτων, στην αποκέντρωση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ισχύος, εξασφαλίζοντας έτσι ότι τα άτομα και η κοινωνική ζωή αναπτύσσονται ελεύθερα και έτσι γίνεται όλο και πιο ποικιλόμορφη ως προς τη φύση της. Για το λόγο αυτό, ο Brian Morris υποστηρίζει ότι «η μόνη πολιτική παράδοση που συμπληρώνει και, κατά κάποιον τρόπο, συνδέεται αναπόσπαστα με την οικολογία -με γνήσιο και αυθεντικό τρόπο- είναι αυτή του αναρχισμού». [Ecology and Anarchism, σ. 132].

Ποια είδη πράσινου αναρχισμού υπάρχουν λοιπόν; Ενώ σχεδόν όλες οι μορφές του σύγχρονου αναρχισμού θεωρούν ότι έχουν μια οικολογική διάσταση, το ειδικά οικολογικό αναρχικό ρεύμα μέσα στον αναρχισμό έχει δύο κύριες εστίες, την Κοινωνική Οικολογία και τον “πριμιτιβισμό” (primitivism). Επιπλέον, ορισμένοι αναρχικοί είναι επηρεασμένοι από τη Βαθιά Οικολογία (Deep Ecology), αν και όχι πολλοί. Αναμφίβολα η Κοινωνική Οικολογία είναι το πιο επιδραστικό και πολυπληθές ρεύμα. Η Κοινωνική Οικολογία συνδέεται με τις ιδέες και τα έργα του Μάρεϊ Μπούκτσιν, ο οποίος γράφει για οικολογικά ζητήματα από τη δεκαετία του 1950 και, από τη δεκαετία του 1960, συνδυάζει αυτά τα ζητήματα με τον επαναστατικό κοινωνικό αναρχισμό. Τα έργα του περιλαμβάνουν τα: Post-Scarcity Anarchism, Toward an Ecological Society, The Ecology of Freedom και πολλά άλλα.

Η Κοινωνική Οικολογία εντοπίζει τις ρίζες της οικολογικής κρίσης σαφώς στις σχέσεις κυριαρχίας μεταξύ των ανθρώπων. Η κυριαρχία της φύσης θεωρείται προϊόν της κυριαρχίας μέσα στην κοινωνία, αλλά αυτή η κυριαρχία παίρνει διαστάσεις κρίσης μόνο υπό τον καπιταλισμό. Σύμφωνα με τα λόγια του Μάρεϊ Μπούκτσιν:

«Η αντίληψη ότι ο άνθρωπος πρέπει να κυριαρχεί στη φύση προκύπτει άμεσα από την κυριαρχία του ανθρώπου από τον άνθρωπο… Αλλά μόνο όταν οι οργανικές κοινοτικές σχέσεις… διαλύθηκαν σε σχέσεις αγοράς, ο ίδιος ο πλανήτης υποβιβάστηκε σε πόρο προς εκμετάλλευση. Αυτή η τάση αιώνων βρίσκει την πιο οξεία εξέλιξή της στον σύγχρονο καπιταλισμό. Λόγω της εγγενώς ανταγωνιστικής της φύσης, η αστική κοινωνία δεν στρέφει μόνο τους ανθρώπους αντιμέτωπους μεταξύ τους, αλλά και τη μάζα της ανθρωπότητας εναντίον του φυσικού κόσμου. Ακριβώς όπως οι άνθρωποι μετατρέπονται σε εμπορεύματα, έτσι και κάθε πτυχή της φύσης μετατρέπεται σε εμπόρευμα, σε έναν πόρο που μπορεί να κατασκευαστεί και να εμπορευματοποιηθεί αλόγιστα… Η λεηλασία του ανθρώπινου πνεύματος από την αγορά παραλληλίζεται με τη λεηλασία της γης από το κεφάλαιο». [Ό.π., σ. 24-5].

«Μόνο στο βαθμό», τονίζει ο Μπούκτσιν, «που η οικολογία καλλιεργεί συνειδητά μια αντι-ιεραρχική και μη κυριαρχική ευαισθησία, δομή και στρατηγική για την κοινωνική αλλαγή μπορεί να διατηρήσει την ίδια την ταυτότητά της ως φωνή για μια νέα ισορροπία μεταξύ ανθρωπότητας και φύσης και τον στόχο της για μια πραγματικά οικολογική κοινωνία». Οι κοινωνικοί οικολόγοι αντιδιαστέλλουν αυτό που ο Μπούκτσιν ονομάζει “περιβαλλοντισμό”, διότι ενώ η κοινωνική οικολογία «επιδιώκει να εξαλείψει την έννοια της κυριαρχίας της φύσης από την ανθρωπότητα εξαλείφοντας την κυριαρχία του ανθρώπου από τον άνθρωπο, ο περιβαλλοντισμός αντανακλά μια “εργαλειακή” ή τεχνική ευαισθησία στην οποία η φύση θεωρείται απλώς ως μια παθητική συνήθεια, μια συσσώρευση εξωτερικών αντικειμένων και δυνάμεων, που πρέπει να γίνει πιο “εξυπηρετική” για την ανθρώπινη χρήση, ανεξάρτητα από το ποιες μπορεί να είναι αυτές οι χρήσεις. Ο περιβαλλοντισμός… δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τις βασικές αντιλήψεις της σημερινής κοινωνίας, κυρίως ότι ο άνθρωπος πρέπει να κυριαρχεί στη φύση. Αντίθετα, επιδιώκει να διευκολύνει αυτή την κυριαρχία αναπτύσσοντας τεχνικές για τη μείωση των κινδύνων που προκαλεί η κυριαρχία». [Murray Bookchin, Towards an Ecological Society, σ. 77].

Η κοινωνική οικολογία προσφέρει το όραμα μιας κοινωνίας σε αρμονία με τη φύση, η οποία «συνεπάγεται μια θεμελιώδη αντιστροφή όλων των τάσεων που σηματοδοτούν την ιστορική εξέλιξη της καπιταλιστικής τεχνολογίας και της αστικής κοινωνίας -την λεπτομερή εξειδίκευση των μηχανών και της εργασίας, τη συγκεντροποίηση των πόρων και των ανθρώπων σε γιγαντιαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις και αστικές οντότητες, τη διαστρωμάτωση και τη γραφειοκρατικοποίηση της φύσης και των ανθρώπων». Μια τέτοια οικοτοπία «ιδρύει εντελώς νέες οικοκοινότητες που είναι έντεχνα προσαρμοσμένες στα οικοσυστήματα στα οποία εντάσσονται». Απηχώντας τον Κροπότκιν, ο Μπούκτσιν υποστηρίζει ότι «μια τέτοια οικοκοινότητα… θα θεραπεύσει το σχίσμα μεταξύ πόλης και υπαίθρου, μεταξύ νου και σώματος, συγχωνεύοντας τη διανοητική με τη σωματική εργασία, τη βιομηχανία με τη γεωργία σε μια εναλλαγή ή διαφοροποίηση των επαγγελματικών καθηκόντων». Αυτή η κοινωνία θα βασιζόταν στη χρήση της κατάλληλης και πράσινης τεχνολογίας, ενός «νέου είδους τεχνολογίας -ή οικολογικής τεχνολογίας- που θα αποτελείται από ευέλικτα, ευπροσάρμοστα μηχανήματα, των οποίων οι παραγωγικές εφαρμογές θα έδιναν έμφαση στη διάρκεια και την ποιότητα, δεν θα κατασκευάζονταν με βάση την ημερομηνία λήξης και την αλόγιστη ποσοτικά παραγωγή ευτελών αγαθών, και την ταχεία κυκλοφορία αναλώσιμων εμπορευμάτων… Μια τέτοια οικο-τεχνολογία θα χρησιμοποιούσε τις ανεξάντλητες ενεργειακές δυνατότητες της φύσης -τον ήλιο και τον άνεμο, τις παλίρροιες και τις υδάτινες οδούς, τις θερμοκρασιακές διαφορές της γης και την αφθονία υδρογόνου γύρω μας ως καύσιμα- για να παρέχει στην οικο-κοινότητα μη ρυπογόνα υλικά ή απόβλητα που θα μπορούσαν να ανακυκλωθούν». [Bookchin, ό.π., σ. 68-9].

Ωστόσο, δεν είναι μόνο αυτό. Όπως τονίζει ο Μπούκτσιν, μια οικολογική κοινωνία «είναι κάτι περισσότερο από μια κοινωνία που προσπαθεί να ελέγξει την αυξανόμενη ανισορροπία που υπάρχει μεταξύ της ανθρωπότητας και του φυσικού κόσμου. Περιοριζόμενη σε απλά τεχνικά ή πολιτικά ζητήματα, αυτή η αναιμική θεώρηση της λειτουργίας μιας τέτοιας κοινωνίας υποβαθμίζει τα ζητήματα που θέτει μια οικολογική κριτική και τα οδηγεί σε καθαρά τεχνικές και εργαλειακές προσεγγίσεις των οικολογικών προβλημάτων. Η κοινωνική οικολογία είναι, πρώτα απ’ όλα, μια ευαισθητοποίηση που περιλαμβάνει όχι μόνο μια κριτική της ιεραρχίας και της κυριαρχίας, αλλά και μια προοπτική ανασυγκρότησης… καθοδηγούμενη από μια ηθική που δίνει έμφαση στην ποικιλομορφία χωρίς να δομεί τις διαφοροποιήσεις σε μια ιεραρχική τάξη… τα προαπαιτούμενα για μια τέτοια ηθική… είναι η συμμετοχή και η διαφοροποίηση». [The Modern Crisis, σσ. 24-5].

Ως εκ τούτου, οι κοινωνικοί οικολόγοι θεωρούν απαραίτητο να επιτεθούν στην ιεραρχία και τον καπιταλισμό και όχι στον πολιτισμό καθεαυτό ως τη βασική αιτία των οικολογικών προβλημάτων. Αυτό αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους διαφωνούν με τις ιδέες των “Πριμιτιβιστών” αναρχικών, οι οποίοι τείνουν να είναι πολύ πιο επικριτικοί απέναντι σε όλες τις πτυχές της σύγχρονης ζωής, με ορισμένους να φτάνουν στο σημείο να ζητούν «το τέλος του πολιτισμού», συμπεριλαμβανομένων, προφανώς, όλων των μορφών τεχνολογίας και οργάνωσης μεγάλης κλίμακας. Θα εξετάσουμε αυτές τις ιδέες στην ενότητα Α.3.9.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι άλλοι αναρχικοί, ενώ γενικά συμφωνούν με την ανάλυση και τις προτάσεις της, επικρίνουν έντονα την υποστήριξη της Κοινωνικής Οικολογίας για την εκλογή υποψηφίων στις δημοτικές εκλογές. Ενώ οι Κοινωνικοί Οικολόγοι το βλέπουν αυτό ως ένα μέσο για τη δημιουργία λαϊκών αυτοδιαχειριζόμενων συνελεύσεων και τη δημιουργία μιας αντίρροπης δύναμης στο κράτος, λίγοι αναρχικοί συμφωνούν. Μάλλον το βλέπουν ως εγγενώς ρεφορμιστικό, καθώς και ως απελπιστικά αφελές ως προς τις δυνατότητες χρήσης των εκλογών για την επίτευξη κοινωνικής αλλαγής (βλ. ενότητα Ι.5.14 για μια πληρέστερη συζήτηση σχετικά με αυτό). Αντιθέτως, προτείνουν την άμεση δράση ως μέσο για την προώθηση των αναρχικών και οικολογικών ιδεών, απορρίπτοντας την εκλογική εκστρατεία ως αδιέξοδο που καταλήγει να αποδυναμώνει τις ριζοσπαστικές ιδέες και να διαφθείρει τους ανθρώπους που συμμετέχουν (βλ. ενότητα Ι.2 – Τι είναι η άμεση δράση;).

Τέλος, υπάρχει η “βαθιά οικολογία”, την οποία, λόγω της βιοκεντρικής της φύσης, πολλοί αναρχικοί απορρίπτουν ως αντι-ανθρώπινη. Υπάρχουν λίγοι αναρχικοί που πιστεύουν ότι οι άνθρωποι, ως άνθρωποι, είναι η αιτία της οικολογικής κρίσης, κάτι που πολλοί βαθείς οικολόγοι φαίνεται να υποστηρίζουν. Ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, για παράδειγμα, υπήρξε ιδιαίτερα κατηγορηματικός στην κριτική του για τη βαθιά οικολογία και τις αντι-ανθρώπινες ιδέες που συχνά συνδέονται με αυτήν (βλ. για παράδειγμα το Which Way for the Ecology Movement?). Ο David Watson έχει επίσης επιχειρηματολογήσει κατά της Βαθιάς Οικολογίας (βλ. το βιβλίο του How Deep is Deep Ecology? που γράφτηκε υπό το όνομα George Bradford). Οι περισσότεροι αναρχικοί θα υποστήριζαν ότι το πρόβλημα δεν είναι οι άνθρωποι αλλά το σημερινό σύστημα και ότι μόνο οι άνθρωποι μπορούν να το αλλάξουν. Σύμφωνα με τα λόγια του Μάρεϊ Μπούκτσιν:

«Τα προβλήματα της Βαθιάς Οικολογίας πηγάζουν από μια απολυταρχική ροπή σε έναν ακατέργαστο βιολογισμό που χρησιμοποιεί το “φυσικό δίκαιο” για να κρύψει μια συνεχώς μειούμενη αίσθηση της ανθρωπιάς και να καλύψει μια βαθιά άγνοια της κοινωνικής πραγματικότητας, αγνοώντας το γεγονός ότι μιλάμε για τον καπιταλισμό και όχι για μια αφαίρεση που ονομάζεται “Ανθρωπότητα” και “Κοινωνία”.» [The Philosophy of Social Ecology, σ. 160].

Έτσι, όπως τονίζει ο Morris, «εστιάζοντας εξ ολοκλήρου στην έννοια της “ανθρωπότητας”, οι Βαθείς Οικολόγοι αγνοούν ή αποκρύπτουν εντελώς την κοινωνική προέλευση των οικολογικών προβλημάτων ή, εναλλακτικά, βιολογικοποιούν αυτά που ουσιαστικά είναι κοινωνικά προβλήματα». Η υποβάθμιση της οικολογικής κριτικής και ανάλυσης σε μια απλουστευτική διαμαρτυρία κατά του ανθρώπινου είδους αγνοεί τις πραγματικές αιτίες και τη δυναμική της οικολογικής καταστροφής και, ως εκ τούτου, εξασφαλίζει ότι δεν μπορεί να δοθεί ένα τέλος σε αυτή την καταστροφή. Με απλά λόγια, δύσκολα φταίνε οι “άνθρωποι” όταν η συντριπτική πλειοψηφία δεν έχει πραγματικό λόγο στις αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές, τις κοινότητες, τις βιομηχανίες και τα οικοσυστήματά τους. Αντίθετα, είναι ένα οικονομικό και κοινωνικό σύστημα που θέτει τα κέρδη και την εξουσία πάνω από τους ανθρώπους και τον πλανήτη. Επικεντρώνοντας στην “Ανθρωπότητα” (και αποτυγχάνοντας έτσι να κάνει διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, άνδρες και γυναίκες, λευκούς και έγχρωμους, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, καταπιεστές και καταπιεσμένους) το σύστημα στο οποίο ζούμε ουσιαστικά αγνοείται, όπως και οι θεσμικές αιτίες των οικολογικών προβλημάτων. Αυτό μπορεί να είναι «αντιδραστικό και αυταρχικό στις επιπτώσεις του και αντικαθιστά μια κριτική μελέτη των πραγματικών κοινωνικών ζητημάτων και ανησυχιών με μια αφελή κατανόηση της “φύσης”». [Morris, ό.π., σ. 135].

Αντιμέτωποι με μια συνεχή αναρχική κριτική ορισμένων από τις ιδέες των εκπροσώπων τους, πολλοί Βαθείς Οικολόγοι έχουν απομακρυνθεί από τις αντι-ανθρώπινες ιδέες που συνδέονται με το κίνημά τους. Η βαθιά οικολογία, ιδιαίτερα η οργάνωση Earth First! (EF!), έχει αλλάξει σημαντικά με την πάροδο του χρόνου, και η EF! έχει πλέον στενή σχέση συνεργασίας με τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW), ένα συνδικαλιστικό σωματείο. Αν και η βαθιά οικολογία δεν αποτελεί ρεύμα του οικο-αναρχισμού, μοιράζεται πολλές ιδέες και γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτή από τους αναρχικούς, καθώς η EF! απορρίπτει τις λίγες μισανθρωπικές ιδέες της και αρχίζει να βλέπει ότι η ιεραρχία, και όχι η ανθρώπινη φυλή, είναι το πρόβλημα (για μια συζήτηση μεταξύ του Μάρεϊ Μπούκτσιν και ενός κορυφαίου Earth Firster!, του Dave Foreman δείτε το βιβλίο Defending the Earth).

 

https://anarchistfaq.org/afaq/sectionA.html#seca33