Διαμαρτυρία ενώπιον των ελευθεριακών του παρόντος και του μέλλοντος για τους συμβιβασμούς του 1937

ΑΝΩΝΥΜΟΥ

 

Είμαι ένας απ’ αυτούς που απελευθερώθηκαν απ’ το San Miguel de los Reyes, φρικαλέο κάτεργο που έστησε η μοναρχία για να θάψει ζωντανούς τους άνδρες, που δεν ήταν δειλοί και δεν υποτάχθηκαν ποτέ στους αχρείους νόμους που επέβαλαν οι ισχυροί ενάντια στους καταπιεσμένους. Με οδήγησαν εκεί, όπως και τόσους άλλους, γιατί ξέπλυνα μια ντροπή, γιατί εξεγέρθηκα ενάντια στους εξευτελισμούς, θύμα των οποίων ήταν ένα ολόκληρο χωριό: μ’ άλλα λόγια, γιατί σκότωσα έναν «κάσικο» *.

Είμουνα νέος, όπως νέος είμαι και τώρα, μιας και στο κάτεργο μπήκα στα εικοσι-τρία μου χρόνια και βγήκα στα τριαντα-τέσσερα, όταν οι σύντροφοι αναρχικοί άνοιξαν τις πόρτες. Έντεκα χρόνια καταδικασμένος στο μαρτύριο να μην είμαι άνθρωπος αλλά αντικείμενο, ένα νούμερο.

Μαζί μου βγήκαν και πολλοί άλλοι, που είχαν εξίσου υποφέρει και ήταν το ίδιο στιγματισμένοι απ’ την κακή μεταχείριση, την οποία είχαν υποστεί απ’ όταν γεννήθηκαν. Ορισμένοι απ’ αυτούς, μόλις πάτησαν το λιθόστρωτο, σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα· οι υπόλοιποι ενωθήκαμε με τους απελευθερωτές μας, που μας μεταχειρίσθηκαν σαν φίλους και μας αγάπησαν σαν αδελφούς. Μ’ αυτούς σχηματίσαμε σιγά-σιγά «τη Σιδηρά Φάλαγγα». Μ’ αυτούς επιτεθήκαμε ταχύτατα στους στρατώνες και υποχρεώσαμε τους επικίνδυνους εθνοφρουρούς να παραδώσουν τα όπλα. Μ’ αυτούς απωθήσαμε, μετά από σκληρές μάχες, τους φασίστες ως τις κορυφές των βουνών, εκεί όπου βρίσκονται ακόμα και τώρα. Συνηθισμένοι να παίρνουμε οτιδήποτε είχαμε ανάγκη, να καταδιώκουμε το φασίστα, κατασχέσαμε απ’ αυτόν τα εφόδια και τα όπλα. Τραφήκαμε για ένα ολόκληρο διάστημα μ’ αυτά που μας πρόσφεραν οι χωρικοί· οπλισθήκαμε, χωρίς κανένας να μας δωρίσει ούτε ένα όπλο, μ’ ό, τι αποσπάσαμε με τη δύναμη των χεριών μας απ’ τους στασιαστές στρατιωτικούς. Το όπλο που κρατάω στα χέρια μου και χαϊδεύω, αυτό που με συντροφεύει απ’ όταν εγκατέλειψα το μοιραίο κάτεργο, ανήκει σε μένα, είναι δικό μου αγαθό. Αν πήρα σαν άνδρας αυτό πούχω στα χέρια μου, με τον ίδιο τρόπο είναι δικά μας, απολύτως δικά μας, σχεδόν όλα όσα οι σύντροφοι μου έχουν στα δικά τους χέρια.

Κανένας, ή σχεδόν κανένας, δεν νοιάσθηκε ποτέ για μας. Η κατάπληξη των αστών βλέποντας μας να εγκαταλείπουμε το κάτεργο, όχι μόνο δεν έπαψε να υπάρχει αλλά και εξαπλώθηκε σ’ όλο τον κόσμο, μέχρι αυτή τη στιγμή· έτσι ώστε αντί να μας εκτιμήσουν, να μας υποστηρίξουν και να μας βοηθήσουν, μας μεταχειρίσθηκαν σαν ληστές, μας κατηγόρησαν ότι είμαστε ανεξέλεγκτοι: επειδή δεν υποτάσσουμε το ρυθμό της ζωής μας, που την θελήσαμε και την θέλουμε ελεύθερη, στις ηλίθιες ιδιοτροπίες ορισμένων που, απ’ τη στιγμή που βρέθηκαν σ’ ένα υπουργείο ή σε μια επιτροπή, θεώρησαν τους εαυτούς τους -ανόητα και αλαζονικά- ιδιοκτήτες των ανθρώπων· επειδή, απ’ τα χωριά που περάσαμε, αφού αποσπάσαμε απ’ τον φασίστα την ιδιοκτησία του, αλλάξαμε το σύστημα ζωής, εκμηδενίζοντας τους θηριώδεις «κάσικους» που κατατυραννούσαν ολάκερη την ύπαρξη των αγροτών αφού πρώτα τους είχαν κατακλέψει, και ξαναδίνοντας τον πλούτο στα χέρια των μόνων που μπόρεσαν να τον δημιουργήσουν, στα χέρια των εργαζομένων.

Κανένας, κι αυτό μπορώ να το διαβεβαιώσω, κανένας δεν θα μπορούσε να συμπεριφερθεί καλύτερα από μας τους ανεξέλεγκτους, τους ληστές, τους φυγάδες του κάτεργου, στους στερημένους, τους φτωχούς, σ’ αυτούς που όλη τους τη ζωή βρέθηκαν λεηλατημένοι και κατατρεγμένοι. Κανένας, κανένας -και προκαλώ τον οποιονδήποτε να με διαψεύσει- δεν υπήρξε ποτέ πιο φιλόστοργος και πιο περιποιητικός με τα παιδιά, τις γυναίκες και τους γέρους. Κανένας, απολύτως κανένας, δεν μπορεί να κατακρίνει αυτή τη Φάλαγγα που, μόνη, αβοήθητη και, πρέπει μάλιστα να πούμε, παρεμποδιζόμενη, βρέθηκε απ’ την αρχή στην πρωτοπορία. Κανένας, δεν μπορεί να την κατηγορήσει για έλλειψη αλληλεγγύης ή για δεσποτισμό, για αδράνεια ή για ανανδρία όταν επρόκειτο να πολεμήσει, ή για αδιαφορία προς τον χωρικό είτε για έλλειψη επαναστατικού πνεύματος, εφ’ όσον η τόλμη και η γενναιότητα στον αγώνα υπήρξε ο κανόνας μας, η ευγένεια απέναντι στον ηττημένο ο νόμος μας, η ειλικρίνεια με τ’ αδέλφια μας το έμβλημα μας και η καλοσύνη κι ο σεβασμός τα κριτήρια με τα οποία κύλησε όλη μας η ζωή.

Γιατί πλέξανε γύρω από μας αυτόν τον σκοτεινό θρύλο; Προς τι αυτή η ανόητη λύσσα να μας δυσφημίσουν, τη στιγμή που η δυσφήμιση μας -που εξάλλου δεν είναι και δυνατή- δεν θα έκανε τίποτ’ άλλο απ’ το να προξενήσει ζημιά στην επαναστατική υπόθεση και στον ίδιο τον πόλεμο; 

Υπάρχει -εμείς, οι άνδρες του κάτεργου, που υποφέραμε περισσότερο απ’ τον καθένα πάνω στη γη, το ξέρουμε πολύ καλά- υπάρχει, λέω, στην ατμόσφαιρα μια άκρατη αστικοποίηση. Ο ψυχή τε και σώματι αστός, που είναι ό, τι το πιο μέτριο και δουλικό υπάρχει, τρέμει στην ιδέα μήπως χάσει την ησυχία του, το πούρο του και τον καφέ του, τις ταυρομαχίες του, το θέατρό του και τις εκπορνευμένες σχέσεις του. Και όταν άκουγε να λέγεται κάτι για την Φάλαγγα, γι’ αυτή τη Σιδηρά Φάλαγγα, το στήριγμα της Επανάστασης στη γη του λεβάντε, ή όταν μάθαινε ότι η Φάλαγγα ανάγγελλε την κάθοδο της στην Valencia έτρεμε σα φύλλο απ’ τον φόβο του, καθώς σκεπτόταν ότι η Φάλαγγα θα τον αποσπούσε απ’ τη ζωή των άθλιων απολαύσεών του. Ο αστός -υπάρχουν αστοί διαφορετικών τάξεων και σε πολλές θέσεις- έπλεκε χωρίς ανάπαυλα, με το νήμα της συκοφαντίας, τον σκοτεινό θρύλο με τον οποίο μας φιλοδώρησε. Γιατί τον αστό, και μόνο τον αστό, μπόρεσαν και μπορούν ακόμα να βλάψουν οι δραστηριότητές μας, οι εξεγέρσεις μας και οι ασυγκράτητες επιθυμίες που παρασέρνουν τρελά τις καρδιές μας, η επιθυμία του νάμαστε ελεύθεροι σαν τους αετούς στις πιο ψηλές κορφές ή σαν τα λιοντάρια στην καρδιά του δάσους.

Ακόμα και αδελφοί μας, που υπέφεραν μαζί με μας στους κάμπους και στα εργαστήρια, που η μπουρζουαζία τους εκμεταλλεύθηκε αναξιοπρεπώς ακόμα κι αυτοί άρχισαν να διαδίδουν τους φριχτούς της φόβους και έφθασαν ως το σημείο να πιστέψουν -επειδή τους το είπαν κάποιοι που θεώρησαν ότι ήταν συμφέρον τους να είναι αρχηγοί- πως εμείς, οι άνδρες που αγωνιζόμασταν στη Σιδηρά Φάλαγγα, είμασταν ληστές και άκαρδοι. Έτσι, ένα μίσος που πολλές φορές έφθασε στην ωμότητα και τον ανθρωποκτόνο φανατισμό, έσπειρε πέτρες στο διάβα μας εμποδίζοντας έτσι την προέλαση μας εναντίον του φασισμού.

Μερικές νύχτες, απ’ αυτές τις σκοτεινές νύχτες όπου, με τ’ όπλο στο χέρι και τ’ αυτί τεντωμένο στις ενέδρες, προσπαθούσα να διεισδύσω στα βάθη της γειτονικής περιοχής καθώς .επίσης και στα μυστήρια των πραγμάτων, δεν έβρισκα άλλο φάρμακο, όπως και στους εφιάλτες, απ’ το να βγαίνω έξω απ’ το καταφύγιό μου, όχι για να ξεμουδιάσω τα μέλη μου, που είναι ατσαλένια γιατί έχουν περάσει απ’ τη δοκιμασία του χρόνου, αλλά για να σφίξω με μεγαλύτερη λύσσα το όπλο μου, νιώθοντας την ανάγκη να πυροβολήσω όχι μόνο τον εχθρό πούταν κρυμμένος το λιγότερο εκατό μέτρα μακριά από μένα, αλλά επίσης και τον άλλο εχθρό, αυτόν που δεν έβλεπα, αυτόν που κρυβόταν δίπλα μου και που δίπλα μου βρίσκεται ακόμα και τώρα, αυτόν που με φωνάζει σύντροφο ενώ με εξαπατά, εφ’ όσον δεν υπάρχει απάτη πιο άνανδρη απ’ αυτή που τρέφεται με προδοσίες. Ένιωθα την ανάγκη να κλάψω και να γελάσω, να τρέξω ανάμεσα στα χωράφια φωνάζοντας και να πνίξω λαιμούς με τα σιδερένια μου δάκτυλα, με τον ίδιο τρόπο που στραγγάλισα μ’ αυτά τον αποτρόπαιο «κάσικο», ν’ ανατινάξω αυτόν τον άθλιο κόσμο ώστε να μη μείνουν παρά ερείπια, αυτόν τον κόσμο οπού είναι τόσο δύσκολο να βρεις τρυφερά χέρια που να σκουπίσουν τον ιδρώτα σου και να σταματήσουν το αίμα που τρέχει απ’ τις πληγές σου όταν, κουρασμένος και πληγωμένος, γυρνάς απ’ τη μάχη.

Πόσες και πόσες νύχτες, συγκεντρωμένοι καθώς είμασταν όλοι μαζί, μια χούφτα άνδρες, δεν μιλούσα στους συντρόφους μου τους αναρχικούς για τους κόπους μου και τους πόνους μου, βρίσκοντας εκεί -μέσα στην τραχύτητα του βουνού, απέναντι απ’ τον εχθρό που μας παραφύλαγε -μια φιλική φωνή και χέρια στοργικά που μ’ έκαναν ν’ αγαπήσω ξανά τη ζωή! Τότε λοιπόν, όλο τον πόνο, όλο το παρελθόν, όλη τη φρικαλεότητα και τους βασανισμούς που είχαν στιγματίσει το κορμί μου, τα πέταγα στον άνεμο σαν ν’ ανήκαν σ’ άλλες εποχές, και αφηνόμουν με χαρά στα περιπετειώδη όνειρα, διακρίνοντας μέσα στον πυρετό της φαντασίας έναν κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν πούχα ζήσει, αλλά που τον επιθυμούσα· έναν κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν που έζησαν οι άνθρωποι και που είμαστε πολλοί που τον ονειρευτήκαμε. Κι ο καιρός, περνούσε για μένα σαν να πέταγε και η κούραση δεν μ’ άγγιζε και ο ενθουσιασμός μου διπλασιαζόταν και μ’ έκανε τολμηρό και μ’ έσπρωχνε να βγαίνω απ’ τα χαράματα για αναγνώριση, για ν’ ανακαλύψω τον εχθρό, και όλ’ αυτά… για ν’ αλλάξει η ζωή. Για να δώσουμε έναν άλλο ρυθμό σ’ αυτή τη ζωή, την δική μας· για να μπορούν οι άνθρωποι, κι εγώ ανάμεσα τους, νάνοι αδέλφια· για να σπαρθεί στη γη, έστω και για μια μόνο φορά, η χαρά που αναβλύζει απ’ τα στήθια μας· για να μπορέσει η Επανάσταση, αυτή η Επανάσταση που ήταν ο πόλος και το έμβλημα της Σιδηράς Φάλαγγας, να γίνει σύντομα τετελεσμένο γεγονός. 

Τα όνειρα μου διασκορπίζονταν σαν τα λεπτά άσπρα σύννεφα που πέρναγαν από πάνω μας, στο βουνό, και ξαναγύριζα στις απογοητεύσεις μου για να ξαναβρώ κάποια άλλη φορά, τη νύχτα, τις χαρές μου. Μ’ αυτό τον τρόπο, μέσα από κόπους και χαρές, άγχη και κλάματα, πέρασα τη ζωή μου, ζωή ευτυχισμένη μέσα στους κινδύνους, αν την συγκρίνει κανείς μ’ αυτή τη σκοτεινή και άθλια ζωή του σκοτεινού και άθλιου κάτεργου.

Αλλά μια μέρα -ήταν μια γκρίζα και θλιμμένη μέρα- έφθασε στις κορυφές του βουνού το νέο, σαν παγωμένος άνεμος που πηρουνιάζει τη σάρκα: «Πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε». Αυτό το νέο ήταν σαν φονικό μαχαίρι που με ξέσχισε και ένιωσα εκ των προτέρων την αγωνία που νιώθουμε και τώρα. Τις νύχτες, μέσα στο καταφύγιο, επανελάμβανα στον εαυτό μου το νέο: «Πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε…»

Δίπλα μου, ξαγρυπνώντας ενώ ξεκουραζόμουν, αν και δεν μπορούσα να κοιμηθώ, βρισκόταν ο αντιπρόσωπος της ομάδας μου, που θα γινόταν στο εξής υπολοχαγός και λίγα μέτρα πιο πέρα κοιμόταν κάτω στο έδαφος, με το κεφάλι πάνω σε μια στοίβα από βόμβες, ο αντιπρόσωπος της εκατονταρχίας μου, που θα γινόταν λοχαγός ή συνταγματάρχης. Εγώ… θα συνέχιζα να είμαι εγώ, το παιδί του κάμπου, εξεγερμένος ως τον θάνατο. Δεν θέλησα και δεν θέλω νάχω ούτε σταυρούς, ούτε γαλόνια, ούτε και να δίνω διαταγές. Είμαι έτσι όπως είμαι, ένας χωρικός που έμαθε να διαβάζει στη φυλακή, που γνώρισε από κοντά τον πόνο και τον θάνατο, που ήταν αναρχικός χωρίς να το ξέρει και που τώρα, γνωρίζοντας το, είναι πιο αναρχικός από τότε που σκότωσε για νάναι ελεύθερος.

Αυτή η μέρα, αυτή ακριβώς η μέρα, που έπεσε απ’ τις κορυφές του βουνού, σαν παγωμένος άνεμος, το μακάβριο νέο που μου κατασπάραζε την ψυχή, θα μου μείνει αξέχαστη, όπως και τόσες άλλες μέρες της πονεμένης μου ζωής. Εκείνη η μέρα … Αχ!

Πρέπει να στρατιωτικοποιηθούμε!

Η ζωή διδάσκει τους ανθρώπους περισσότερο απ’ όλες τις θεωρίες, περισσότερο απ’ όλα τα βιβλία. Αυτοί που θέλουν να μεταφέρουν στην πρακτική όσα έμαθαν από άλλους στηριζόμενοι στα βιβλία, σφάλλουν· αυτοί που μεταφέρουν στα βιβλία όσα έμαθαν μέσα στο λαβύρινθο της ζωής, μπορούν ίσως να κάνουν ένα μνημειώδες έργο. Είναι ξέχωρα πράγματα το όνειρο και η πραγματικότητα. Είναι καλό κι ωραίο να ονειρεύεσαι, γιατί το όνειρο έρχεται σχεδόν πάντα πριν απ’ αυτό που πρέπει να γίνει, αλλά το υπέροχο είναι να καταστήσεις τη ζωή όμορφη, να κάνεις τη ζωή, συγκεκριμένα, ένα όμορφο έργο.

Για μένα η ζωή κύλησε πολύ γρήγορα. Δεν γεύτηκα τη νιότη που, όπως λένε τα βιβλία, είναι χαρά, γλύκα και καλοπέραση. Στο κάτεργο δεν γνώρισα παρά τον πόνο. Νέος στην ηλικία, είμαι τώρα ένας γέρος απ’ όλα αυτά που έζησα, απ’ όσα έκλαψα, απ’ όσα υπέφερα. Γιατί στο κάτεργο δεν γελάς σχεδόν ποτέ· στο κάτεργο, είτε βρίσκεσαι κάτω απ’ τη στέγη είτε κάτω απ’ τον ουρανό, πάντα κλαις.

 Διαβάζω ένα βιβλίο μέσα σ’ ένα κελί, χωρίς καμιά ανθρώπινη επαφή, σημαίνει ονειρεύομαι. Να διαβάζεις το βιβλίο της ζωής όταν στο παρουσιάζει ανοιχτό, σ’ οποιαδήποτε σελίδα, ο δεσμοφύλακας που σε κατασκοπεύει, σημαίνει να έρχεσαι σ’ επαφή με την πραγματικότητα.

Διάβασα κάποια μέρα -δεν θυμάμαι ούτε το μέρος, ούτε το όνομα του συγγραφέα- ότι ο συγγραφέας δεν μπορούσε να σχηματίσει μια ακριβή ιδέα για την σφαιρικότητα της Γης αν δεν την είχε προηγουμένως διατρέξει, μετρήσει, ψηλαφίσει· δηλαδή ανακαλύψει. Ένας τέτοιος ισχυρισμός μου είχε φανεί τότε γελοίος. Αυτή όμως η μικρή φράση έμεινε τόσο βαθιά εντυπωμένη μέσα μου που, καμιά φορά, στους αναγκαστικούς μου μονόλογους μέσα στη μοναξιά του κελιού, την σκεπτόμουν. Μέχρις ότου μια μέρα, σα ν’ ανακάλυπτα κι εγώ με τη σειρά μου κάτι το θαυμαστό που ως τότε παρέμενε άγνωστο στους υπόλοιπους ανθρώπους, αισθάνθηκα την ικανοποίηση ότι ανακάλυψα εγώ ο ίδιος την σφαιρικότητα της Γης. Εκείνη την ημέρα, όπως κι ο συγγραφέας της φράσης, διέτρεξα, μέτρησα, ψηλάφισα τον πλανήτη, ενώ το φως συγχεόταν, στη φαντασία μου, με την εικόνα της Γης που περιστρέφεται σε άπειρους χώρους, μέρος κι αυτή της καθολικής αρμονίας των κόσμων. 

Το ίδιο ισχύει και με τον πόνο. Πρέπει να τον ζυγίσεις, να τον μετρήσεις, να τον ανακαλύψεις, για ν’ αποκτήσεις μια σαφή ιδέα του τι είναι. Δίπλα μου, καθώς έσερνα μια άμαξα πάνω στην οποία άνθρωποι είχαν κουρνιάσει, τραγουδώντας και διασκεδάζοντας, είδα άλλους ανθρώπους που, ακριβώς όπως κι εγώ, εκτελούσαν χρέη μουλαριού. Και δεν υπέφεραν και δεν διαμαρτύρονταν από ‘κεί κάτω· κι έβρισκαν δίκαιο και λογικό να κρατούν εκείνοι, μια κι ήταν αφέντες, τα γκέμια και να φουχτώνουν το μαστίγιο, και το ίδιο λογικό και δίκαιο να τους χαράζει τ’ αφεντικό το πρόσωπο με το μαστίγιο. Σα ζώα χλιμίντριζαν, χτυπούσαν τη γη με τις οπλές τους κι έφευγαν καλπάζοντας. Και μετά, ω! σαρκασμός, αφού τους ξέζευαν, αυτοί έγλυφαν σαν σκλάβοι-σκυλιά το χέρι που τους μαστίγωνε. 

Όλοι όσοι ταπεινώθηκαν, θίχτηκαν, προσβλήθηκαν» όλοι όσοι ένιωσαν σαν τα πιο δυστυχισμένα όντα της γης, αλλά και τα πιο ευγενικά, τα καλύτερα, τα πιο ανθρώπινα· όλοι όσοι ένιωσαν δυστυχισμένοι και ταυτόχρονα ευτυχισμένοι και δυνατοί· όλοι όσοι δέχθηκαν στην πλάτη και στο πρόσωπο, απροειδοποίητα και χωρίς λόγο -έτσι, για την απλή απόλαυση του να βλάπτεις και να ταπεινώνεις- την παγωμένη γροθιά του κτήνους των κάτεργων· όλοι όσοι σύρθηκαν στην απομόνωση για ανταρσία και εκεί σκαμπιλίστηκαν και ποδοπατήθηκαν, ακούγοντας τα κόκκαλά τους να σπάνε και βλέποντας το αίμα τους να κυλάει μέχρι να πέσουν σαν μάζα στο έδαφος· όλοι όσοι υπέφεραν τα βασανιστήρια που επιβάλλουν άλλοι άνθρωποι, όλοι όσοι ένιωσαν σε τέτοιες στιγμές υποχρεωτικά αδύναμοι και καταράστηκαν και βλαστήμησαν γι’ αυτό -πράγμα που σημαίνει ότι άρχισαν να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους για μια άλλη φορά-· όλοι όσοι, την ώρα που υφίσταντο την τιμωρία ή την προσβολή, συνειδητοποίησαν την αδικία της τιμωρίας και το αίσχος της προσβολής και προσπάθησαν, αφού είχαν υποστεί όλα αυτά, να δώσουν ένα τέλος στο προνόμιο να παραχωρείται σε ορισμένους η δυνατότητα να τιμωρούν και να προσβάλλουν· τέλος, όλοι όσοι, όντας αιχμάλωτοι στη φυλακή ή αιχμάλωτοι στον κόσμο, κατάλαβαν την τραγωδία της ζωής των ανθρώπων που είναι καταδικασμένοι να υπακούουν σιωπηλά και τυφλά στις διαταγές που παίρνουν. Όλοι αυτοί μπόρεσαν να γνωρίσουν το βάθος του πόνου, το φρικτό σημάδι που ο πόνος αφήνει σ’ αυτούς που ήπιαν, ψηλάφισαν, ανάσαναν τον πόνο της σιωπής και της υποταγής. Να επιθυμείς να μιλήσεις και να κρατιέσαι σιωπηλός, να επιθυμείς να τραγουδήσεις και να παραμένεις βουβός, να επιθυμείς να γελάσεις και νάσαι καταναγκασμένος να πνίξεις το γέλιο σου, να επιθυμείς ν’ αγαπήσεις και νάσαι καταδικασμένος να κολυμπάς μέσα στη λάσπη του μίσους!

Πέρασα απ’ τον στρατώνα κι εκεί έμαθα να μισώ. Πέρασα απ’ το κάτεργο κι εκεί, μέσα στα δάκρυα και τον πόνο, έμαθα -παράξενο αυτό-, έμαθα ν’ αγαπάω, ν’ αγαπάω με ένταση.

Στον στρατώνα έφθασα στο σημείο να χάσω την προσωπικότητα μου· τόσο σκληρή ήταν η μεταχείριση που μου έκαναν, γιατί ήθελαν να μου εμφυσήσουν μια βλακώδη πειθαρχία. Στη φυλακή, μέσα από πολυάριθμους αγώνες, ξαναβρήκα την προσωπικότητα μου, εξεγειρόμενος κάθε φορά και περισσότερο ενάντια σ’ όλα όσα μου επέβαλαν. Άλλοτε είχα μάθει να μισώ όλες τις ιεραρχίες, απ’ τον χαμηλότερο ως τον ψηλότερο βαθμό, άλλο στη φυλακή, μέσα στον πιο καταθλιπτικό πόνο, έμαθα ν’ αγαπάω τους κακότυχους, τ’ αδέλφια μου, ενώ διατηρούσα καθαρό και διαυγές αυτό το μίσος για την ιεραρχία, με το οποίο είχα τραφεί στον στρατώνα. Φυλακές και στρατώνες είναι το ίδιο πράγμα: δεσποτισμός και ελεύθερη εξάσκηση της κακής φύσης ορισμένων, προς οδύνη όλων. Όπως ο στρατώνας τίποτα δεν μπορεί να διδάξει που να μην είναι βλαβερό για την φυσική και πνευματική υγεία, έτσι και η φυλακή τίποτα δεν μπορεί να διορθώσει.

Μ’ αυτά τα κριτήρια και μ’ αυτή την εμπειρία -εμπειρία που απέκτησα διότι η ζωή μου βυθίστηκε στον πόνο-, όταν άκουσα ότι στους πρόποδες των βουνών άρχισε να περιφέρεται η διαταγή της στρατιωτικοποίησης, ένιωσα το είναι μου να καταρρέει, γιατί είδα ξεκάθαρα ότι θα πέθαινε μέσα μου ο τολμηρός γκερριλλέρο της Επανάστασης και θα συνέχιζα να ζω αυτή τη ζωή που, στον στρατώνα και στη φυλακή, απογυμνώνεται από κάθε προσωπικό στοιχείο, για να κατρακυλήσω ακόμα μια φορά στην άβυσσο της υποταγής, στον ζωώδη υπνοβατισμό όπου οδηγεί η πειθαρχία του στρατώνα και της φυλακής, που είναι το ίδιο πράγμα. Σφίγγοντας με λύσσα το όπλο μου, κοιτάζοντας μέσα απ’ το καταφύγιο μου τον εχθρό και τον «φίλο», κοιτάζοντας μπρος και πίσω απ’ τις γραμμές, ξεστόμισα μια κατάρα όμοια μ’ εκείνες που ξεστόμιζα όταν, εξεγερμένο, με οδηγούσαν στο μπουντρούμι, και άφησα να κυλήσει ένα δάκρυ όμοιο μ’ εκείνα που μου ξέφευγαν τότε, όταν κανείς δεν μπορούσε να τα δει, για να καταμετρήσω την αδυναμία μου. Κι έβλεπα ξεκάθαρα ότι οι υποκριτές που εύχονται να μετατρέψουν τον κόσμο σ’ έναν στρατώνα και μια φυλακή, είναι οι ίδιοι, οι ίδιοι, οι ίδιοι που χθες, στα μπουντρούμια, έσπασαν τα κόκκαλά μας, σ’ εμάς, τους ανθρώπους -τους ανθρώπους.

Στρατώνες … κάτεργα …, ζωή ανάξια και άθλια.

Δεν μας κατανόησαν και, επειδή δεν μπορούσαν να μας κατανοήσουν, δεν μας αγάπησαν. Αγωνισθήκαμε -τώρα οι ψεύτικες μετριοφροσύνες δεν έχουν πέραση, δεν οδηγούν πουθενά- αγωνισθήκαμε, το επαναλαμβάνω, όσο λίγοι το έκαναν. Η θέση μας ήταν πάντοτε στην πρώτη γραμμή του πυρός, για τον απλό λόγο ότι, στον τομέα μας, απ’ την πρώτη μέρα είμασταν οι μόνοι.

Για μας δεν υπήρξε ποτέ ανάπαυλα ούτε…. κι αυτό είναι ακόμα χειρότερο, ούτε μια ευγενική κουβέντα. Και οι μεν και οι δε, και οι φασίστες και οι αντιφασίστες, ακόμα και οι δικοί μας -τι ντροπή νιώσαμε!- , όλοι μας αντιμετώπισαν με αντιπάθεια.

Δεν μας κατανόησαν. Ή, κάτι που είναι πιο τραγικό στο εσωτερικό αυτής της τραγωδίας που ζούμε, ίσως εμείς δεν γίναμε κατανοητοί. Κι αυτό διότι εμείς, επειδή είχαμε σηκώσει στις πλάτες μας το βάρος όλης της περιφρόνησης κι όλης της σκληρότητας αυτών που βρέθηκαν, στη ζωή, απ’ την πλευρά της ιεραρχίας, θελήσαμε να ζήσουμε, ακόμα και μέσα στον πόλεμο, μια ζωή ελευθεριακή, ενώ οι άλλοι, προς δυστυχία τους αλλά και προς δική μας δυστυχία, ακολούθησαν το άρμα του Κράτους, ζεύχθηκαν σ’ αυτό.

Αυτή η έλλειψη κατανόησης, που μας προκάλεσε αμέτρητα βάσανα, γέμισε τον δρόμο μας δυστυχίες. Δεν μας είδαν σαν έναν κίνδυνο μόνο οι φασίστες, που τους μεταχειριζόμαστε όπως το αξίζουν, αλλά κι αυτοί που ονομάζονται αντιφασίστες και που διαλαλούν τον αντιφασισμό τους τόσο που βραχνιάζουν. Αυτό το μίσος που οικοδομήθηκε γύρω μας, οδήγησε σε οδυνηρές συγκρούσεις, που η πιο αηδιαστική, η πιο αισχρή, αυτή που σε οδηγεί να πάρεις τα όπλα, έγινε μέσα στην πόλη της Valencia, όταν άρχισαν να μας πυροβολούν οι «αυθεντικοί κόκκινοι αντιφασίστες». Λοιπόν…- χμ! … πρέπει να εξαγάγουμε τα συμπεράσματα μας γι’ αυτό που αυτή τη στιγμή κάνει η αντεπανάσταση.

Η Ιστορία, που συλλέγει ότι καλό και ότι κακό οι άνθρωποι πράττουν, θα μιλήσει μια μέρα.

Τότε η Ιστορία θα πει ότι η Σιδηρά Φάλαγγα υπήρξε ίσως η μόνη στην Ισπανία που είχε μια ξεκάθαρη αντίληψη του πώς έπρεπε νάναι η Επανάσταση μας. Η Ιστορία θα πει επίσης ότι η Φάλαγγα ήταν αυτή που αντέταξε την μεγαλύτερη αντίσταση στην στρατιωτικοποίηση. Θα πει εξάλλου ότι, λόγω ακριβώς αυτής της αντίστασής της, υπήρξαν στιγμές που εγκαταλείφθηκε ολοκληρωτικά στη μοίρα της, μέσα στον αναβρασμό του πολέμου, λες κι έπρεπε μονάδα έξι χιλιάδων ανδρών, εμπειροπόλεμων και αποφασισμένων να νικήσουν ή να πεθάνουν, να εγκαταλειφθεί στον εχθρό για να την εκμηδενίσει.

Πόσα πράγματα θα πει η Ιστορία, και πόσα πρόσωπα, που θεωρούν τον εαυτό τους ένδοξο, δεν θα γνωρίσουν παρά την απέχθεια και τις κατάρες!

Η αντίστασή μας στην στρατιωτικοποίηση ήταν θεμελιωμένη στη γνώση που είχαμε αποκτήσει για τους στρατιωτικούς. Η τωρινή αντίσταση μας θεμελιώνεται σ’ αυτά που τώρα γνωρίζουμε για τους στρατιωτικούς.

Ο επαγγελματίας στρατιωτικός σχημάτισε, τώρα όπως και πάντα, εδώ όπως και στη Ρωσία, μια κάστα. Αυτή είναι που διατάζει, ενώ στους άλλους δεν απομένει τίποτ’ άλλο απ’ την υποχρέωση να υπακούουν. Ο επαγγελματίας στρατιωτικός μισεί μ’ όλες του τις δυνάμεις, κι ακόμα περισσότερο αν πρόκειται για συμπατριώτη του, αυτόν που θεωρεί κατώτερο του.

Εγώ ο ίδιος είδα —κοιτάζω πάντα τα μάτια των ανθρώπων—, είδα έναν αξιωματικό να τρέμει απ’ τη λύσσα του ή απ’ την αηδία του όταν, απευθυνόμενος σ’ αυτόν, του μίλησα στον ενικό και γνωρίζω σήμερα —ναι, ακόμα και σήμερα— παραδείγματα ταγμάτων που ονομάζονται προλεταριακά, και στα οποία το σώμα των αξιωματικών, που έχουν ήδη ξεχάσει την ταπεινή τους καταγωγή, δεν μπορεί να επιτρέψει σ’ έναν στρατιώτη να τους μιλάει στον ενικό —ενάντια δε σε κάτι τέτοιο υπάρχουν σοβαρές ποινές.

Ο «προλεταριακός» Στρατός δεν απαιτεί μια πειθαρχία που θα μπορούσε, στο κάτω-κάτω, να είναι η εκτέλεση των πολεμικών διαταγών· απαιτεί την υποταγή, την τυφλή υπακοή, τον εκμηδενισμό της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Το ίδιο πράγμα, το ίδιο πράγμα όπως χθες που είμουνα στον στρατώνα. Το ίδιο πράγμα, το ίδιο πράγμα μ’ αργότερα που είμουνα στο κάτεργο.

Εμείς, μέσα στα χαρακώματα, ζούσαμε ευτυχισμένοι. Βλέπαμε βέβαια να πέφτουν γύρω μας σύντροφοι που άρχισαν μαζί μας αυτόν τον πόλεμο. Ξέρουμε, επιπλέον, ότι ανά πάσα στιγμή μια σφαίρα μπορεί να μας αφήσει ξαπλωμένους καταγής —είναι η ανταμοιβή που περιμένει ένας επαναστάτης—, αλλά ζούσαμε ευτυχισμένοι. Τρώγαμε όταν κάτι υπήρχε· όταν δεν υπήρχαν τρόφιμα νηστεύαμε. Και είμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Γιατί; Διότι κανείς δεν ήταν ανώτερος από κανέναν. Όλοι φίλοι, όλοι σύντροφοι, όλοι γκερριλλέρος της Επανάστασης.

Ο αντιπρόσωπος της ομάδας ή της εκατονταρχίας δεν μας επιβαλλόταν, αλλά ήταν εκλεγμένος από εμάς τους ίδιους και δεν ένιωθε σαν υπολοχαγός ή λοχαγός αλλά σαν σύντροφος. Οι αντιπρόσωποι των Επιτροπών της Φάλαγγας δεν υπήρξαν ποτέ συνταγματάρχες ή στρατηγοί, αλλά σύντροφοι. Μαζί τρώγαμε, μαζί πολεμούσαμε, μαζί γελάγαμε και καταριόμασταν. Για μεγάλο διάστημα δεν είχαμε κανέναν μισθό, όπως δεν είχαν ούτε κι αυτοί. Μετά, εμείς πήραμε δέκα πεσέτας, αυτοί πήραν και παίρνουν τα ίδια, δέκα πεσέτας.

Το μόνο πράγμα που εκτιμούμε είναι η ικανότητά τους, που είναι δοκιμασμένη, και γι’ αυτό τους εκλέγουμε. Έγιναν αντιπρόσωποι μας στον βαθμό που η αξία τους επιβεβαιώθηκε. Δεν υπάρχουν ιεραρχίες, δεν υπάρχουν ανωτερότητες, δεν υπάρχουν αυστηρές διαταγές: υπάρχει συμπάθεια, στοργή, συντροφικότητα· ζωή ευτυχισμένη μέσα στις καταστροφές του πολέμου. Μ’ αυτό τον τρόπο, μεταξύ συντρόφων, λέγοντας ότι πολεμάμε εξαιτίας κάποιου πράγματος και για κάποιον σκοπό, ο πόλεμος αρέσει και φθάνουμε μέχρι και να αποδεχόμαστε με χαρά τον θάνατο. Αλλά όταν ξαναβρίσκεσαι ανάμεσα στους στρατιωτικούς, εκεί όπου τα πάντα είναι διαταγές και ιεραρχία· όταν βλέπεις μέσα στο χέρι σου τον θλιβερό μισθό, με τον οποίο με κόπο μπορείς να στηρίξεις την οικογένεια που άφησες πίσω σου, και όταν βλέπεις τον υπολοχαγό, τον λοχαγό, τον ταγματάρχη, τον συνταγματάρχη να τσεπώνουν και τρεις, και τέσσερις, και δέκα φορές περισσότερα από σένα, παρ’ ότι δεν έχουν ούτε περισσότερο ενθουσιασμό, ούτε περισσότερες γνώσεις, ούτε περισσότερη παλικαριά απ’ ότι εσύ, η ζωή σου γίνεται πικρή, γιατί βλέπεις ότι αυτό δεν είναι Επανάσταση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ένας μικρός αριθμός επωφελείται μιας θλιβερής κατάστασης, πράγμα που στρέφεται εις βάρος του λαού.

Δεν ξέρω πώς θα ζήσουμε από δω και πέρα. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να συνηθίσουμε τα προσβλητικά λόγια ενός δεκανέα, ενός λοχία ή ενός υπολοχαγού. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε, έχοντας ήδη νιώσει, με πληρότητα, άνθρωποι, να δεχθούμε να γίνουμε υποτακτικά ζώα, γιατί εκεί οδηγεί η πειθαρχία κι αυτό αντιπροσωπεύει η στρατιωτικοποίηση.

Είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσουμε, θα μας είναι εντελώς αδύνατο να αποδεχθούμε τον δεσποτισμό και την κακομεταχείριση, γιατί πρέπει να μην είσαι διόλου άνθρωπος για να μπορέσεις, έχοντας ένα όπλο στο χέρι σου, να ανεχθείς ειρηνικά την προσβολή. Έχουμε ωστόσο ανησυχητικά παραδείγματα συντρόφων που, αφού στρατιωτικοποιήθηκαν, κατέληξαν να υφίστανται αδιαμαρτύρητα, σαν μια σιδερένια πλάκα, τα βάρη των διαταγών που εκδίδουν άνθρωποι συχνότατα αδέξιοι και πάντα εχθρικοί.

Πιστεύαμε πως βαδίζαμε προς την απελευθέρωση μας, προς την σωτηρία μας, και αντί γι’ αυτό κινδυνεύουμε να καταλήξουμε στην ίδια κατάσταση την οποία πολεμάμε: στον δεσποτισμό, στην εξουσία της κάστας, στον πιο βίαιο και αλλοτριωτικό αυταρχισμό.

Εν τούτοις, η στιγμή είναι κρίσιμη. Έχοντας πέσει —δεν ξέρουμε γιατί, αλλά και να το ξέρουμε δεν θα το πούμε τώρα—, έχοντας πέσει, το επαναλαμβάνω, σε μια παγίδα, πρέπει να βγούμε απ’ αυτήν, να ξεφύγουμε, γιατί τελικά οι παγίδες φύτρωσαν στη γη σαν μανιτάρια.

Οι μιλιταριστές, όλοι οι μιλιταριστές —και υπάρχουν μερικοί μανιώδεις από δαύτους στο στρατόπεδό μας—, μας περικύκλωσαν. Χθες είμασταν κύριοι των πάντων, σήμερα είναι αυτοί. Ο λαϊκός στρατός, που το μόνο λαϊκό στοιχείο του είναι ότι στρατολογεί μέσα απ’ τον λαό, —αλλά αυτό συμβαίνει πάντα με όλους τους στρατούς—, δεν ανήκει στον λαό, ανήκει στην Κυβέρνηση, και η Κυβέρνηση διευθύνει, και η Κυβέρνηση διατάζει. Στον λαό επιτρέπεται απλώς να υπακούει, και απαιτούν απ’ αυτόν πάντα να υπακούει.

Έχοντας πιαστεί στα δίχτυα των μιλιταριστών, δεν μας μένει παρά να επιλέξουμε ανάμεσα σε δυο δρόμους: ο πρώτος μας οδηγεί στο να χωρίσουμε, εμείς που μέχρι σήμερα είμασταν σύντροφοι στον αγώνα, ανακηρύσσοντας τη διάλυση της Σιδηράς Φάλαγγας· ο δεύτερος μας οδηγεί στην στρατιωτικοποίηση.

Η Φάλαγγα, η δική μας Φάλαγγα, δεν πρέπει να διαλυθεί. Η ομοιογένεια που πάντα επέδειξε ήταν θαυμαστή —μιλάω μόνο για μας, σύντροφοι—, η συντροφικότητα ανάμεσά μας θα μείνει στην ιστορία της ισπανικής Επανάστασης σαν παράδειγμα· η ανδρεία που επιδείξαμε στη διάρκεια εκατό μαχών, μπορεί ίσως να επιδειχθεί στον ίδιο βαθμό κι από άλλους, σ’ αυτόν τον αγώνα ηρώων, ποτέ όμως δεν θα ξεπεραστεί. Απ’ την πρώτη μέρα είμασταν φίλοι κάτι περισσότερο από φίλοι, σύντροφοι, αδέλφια. Να χωρίσουμε, να φύγουμε, να μην ξαναειδωθούμε ποτέ, να μην ξανανιώσουμε ποτέ, όπως μέχρι τώρα, την επιθυμία μας να νικήσουμε και ν’ αγωνιστούμε, αυτό είναι αδύνατο.

Η Φάλαγγα, αυτή η Σιδηρά Φάλαγγα που, απ’ την Valencia μέχρι το Teruel, προκάλεσε τον τρόμο των αστών και των φασιστών, δεν πρέπει να διαλυθεί αλλά να συνεχίσει μέχρι τέλους.

Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι υπήρξαν άλλοι που, επειδή στρατιωτικοποιήθηκαν, ήταν στις μάχες πιο δυνατοί, πιο τολμηροί, έδωσαν πιο γενναιόδωρα το αίμα τους για να ποτίσουν το πεδίο της μάχης; Πολεμήσαμε σαν αδέλφια που υπερασπίζονται μια ευγενή υπόθεση· σαν αδέλφια που έχουν τα ίδια ιδανικά ονειρευθήκαμε στα χαρακώματα· σαν αδέλφια που προσδοκούν έναν κόσμο καλύτερο βαδίσαμε μπροστά με το κουράγιο μας. Να διαλύσουμε το ομοιογενές σύνολο μας; Ποτέ, σύντροφοι. Όσο θα παραμένουμε μια εκατονταρχία, στον αγώνα. Όσο θα υπάρχει έστω κι ένας από μας, για τη νίκη!

Θα’ ναι μικρότερο το κακό -αν και είναι μεγάλο κακό το να πρέπει να δεχθούμε να μας δίνει διαταγές ο οποιοσδήποτε, χωρίς να έχει εκλεγεί από εμάς. Παρ’ όλ’ αυτά…

Το να είμαστε μια φάλαγγα ή ένα τάγμα, μας είναι σχεδόν αδιάφορο. Αυτό που δεν μας είναι αδιάφορο, είναι το να μην μας σέβονται.

Αν παραμείνουμε συγκεντρωμένοι τα ίδια άτομα που είμαστε και τώρα, δεν θα’ χει για μας καμιά διαφορά το αν σχηματίζουμε φάλαγγα ή τάγμα. Στον αγώνα δεν θάχουμε ανάγκη από ανθρώπους που να μας ενθαρρύνουν· στην ανάπαυση δεν θάχουμε ανθρώπους που να μας εμποδίζουν ν’ αναπαυθούμε, γιατί δεν πρόκειται να συναινέσουμε σε κάτι τέτοιο.

Ο δεκανέας, ο λοχίας, ο υπολοχαγός, ο λοχαγός, ή θα είναι δικοί μας, οπότε θάμαστε όλοι σύντροφοι, ή θα είναι οι εχθροί μας, οπότε δεν θα’ χουμε παρά να τους μεταχειρισθούμε σαν εχθρούς.

Φάλαγγα ή τάγμα θα είναι για μας, αν το θελήσουμε, το ίδιο πράγμα. Εμείς, χθες, σήμερα, αύριο, θα είμαστε πάντα οι γκερριλλέρος της Επανάστασης.

Αυτό που θα μας συμβεί στη συνέχεια εξαρτάται από εμάς, απ’ τη συνοχή που υπάρχει μεταξύ μας. Κανείς δεν θα μας επιβάλλει τον ρυθμό του, είμαστε εμείς που θα τον επιβάλλουμε, για να κρατήσουμε μια στάση προσαρμοσμένη σ’ αυτούς που θα βρίσκονται στο πλευρό μας.

Ας λάβουμε υπ’ όψη μας ένα πράγμα, σύντροφοι. Ο αγώνας απαιτεί να μην αποτραβήξουμε απ’ αυτό τον πόλεμο τα χέρια μας, ούτε τον ενθουσιασμό μας. Σε μια φάλαγγα, την δική μας, ή σ’ ένα τάγμα, το δικό μας· σε μια μεραρχία ή σ’ ένα τάγμα που δεν θα ναι δικά μας, θα πρέπει πάντως να πολεμήσουμε.

Αν η Φάλαγγα διαλυθεί, αν διασκορπισθούμε, δεν θά χουμε πλέον στη συνέχεια, όντας υποχρεωτικά επιστρατευμένοι, παρά να πάμε εκεί που θα μας διατάξουν και χωρίς αυτούς που επιλέξαμε. Και, καθώς δεν είμαστε ούτε και θέλουμε να γίνουμε εξημερωμένα ζωάρια, είναι πολύ πιθανό να συγκρουσθούμε με ανθρώπους που δεν πρέπει: μ’ αυτούς που, καλώς ή κακώς, είναι οι σύμμαχοί μας.

Η Επανάσταση, η δική μας Επανάσταση, αυτή η προλεταριακή και αναρχική Επανάσταση στην οποία, απ’ τις πρώτες μέρες, προσφέραμε σελίδες δόξας, μας προσκαλεί να μην εγκαταλείψουμε τα όπλα, να μην εγκαταλείψουμε τον συμπαγή πυρήνα που συγκροτήσαμε μέχρι σήμερα, όποιο κι αν είναι το όνομα του: φάλαγγα, μεραρχία ή τάγμα.

 

Ένας «ανεξέλεγκτος» της Σιδηράς Φάλαγγας.

 

* Φεουδάρχης, μεγαλοτσιφλικάς (Σ.τ.Μ.)

 

 Κυκλοφόρησε ως μικρό βιβλιαράκι από τις εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», στη σειρά «μικρός Ελεύθερος Τύπος» Νο 3, σε μετάφραση Γιώργου-Πατρίκιου Βελλιανίτη, τη δεκαετία του 1980.

 

Σε μορφή PDF. εδώ


 

Comments are closed.