Η ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

Rudolf Rocker.CP, Fonds Chambelland

 ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΡΟΚΕΡ

 

Όσο βαθύτερα ερευνούμε τις επιδράσεις της εξουσιαστικής πολιτικής μέσα στην ιστορία, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να είμαστε πεπεισμένοι ότι η «Βούληση για εξουσία» έχει υπάρξει μέχρι σήμερα μία από τις ισχυρότερες κινητήριες δυνάμεις στην ανάπτυξη των μορφών των ανθρώπινων κοινωνιών. Η ιδέα ότι όλα τα πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των δεδομένων οικονομικών συνθηκών και ότι είναι εξηγήσιμα μέσω αυτών δεν μπορεί να αντέξει μπροστά σε μία προσεκτική εξέταση. Το γεγονός ότι οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδιαίτερες μορφές της κοινωνικής παραγωγής έχουν διαδραματίσει ένα ρόλο στην εξέλιξη της ανθρωπότητας αναγνωρίζεται από όλους όσους έχουν προσπαθήσει να κατανοήσουν εις Βάθος τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτό το γεγονός ήταν πολύ καλά γνωστό, προτού ο Μαρξ διατυπώσει τη δική του εξήγηση. Είχε καταδειχθεί μέσα στα γραπτά μιας ολόκληρης σειράς σπουδαίων Γάλλων σοσιαλιστών, όπως ο Σεν Σιμόν, ο Κονσιντεράν, ο Λουί Μπλαν, ο Προυντόν και πολλοί άλλοι, και είναι γνωστό ότι ο Μαρξ κατέληξε στο σοσιαλισμό διαμέσου της μελέτης αυτών ακριβώς των γραπτών. Επιπλέον, η αναγνώριση της σπουδαιότητας και της επίδρασης των οικονομικών συνθηκών πάνω στη δομή της κοινωνικής ζωής βρίσκεται στην ίδια τη φύση του σοσιαλισμού.

 Δεν είναι η αποδοχή αυτής της ιστορικής και φιλοσοφικής ιδέας που μας εκπλήσσει μέσα στο Μαρξιστικό εξηγητικό μοντέλο, αλλά η δογματική μορφή με την οποία εκφράσθηκε και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σκέψης του Μαρξ πάνω στον οποίο στήριξε αυτή την ιδέα. Διαβλέπει κανείς, κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, την επίδραση του Χέγκελ, του οποίου ο Μαρξ υπήρξε μαθητής. Κανείς άλλος, εκτός από το «φιλόσοφο του Απολύτου», τον επινοητή των «ιστορικών αναγκαιοτητών» και των «ιστορικών αποστολών», δε θα μπορούσε να μεταδώσει στον Μαρξ μία τέτοια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για τις απόψεις του. Μόνον ο Χέγκελ θα μπορούσε να του έχει εμφυσήσει την πεποίθηση ότι είχε φθάσει στα ίδια τα θεμέλια των «νόμων της κοινωνικής φυσικής», σύμφωνα με τους οποίους όλα τα κοινωνικά φαινόμενα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ντετερμινιστική εκδήλωση μίας φύσει αναγκαίας πορείας. Και είναι αλήθεια ότι οι διάδοχοι του Μαρξ συνέκριναν τον «οικονομικό υλισμό» με τις ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Κέπλερ και ήταν ο ίδιος ο Ένγκελς που ισχυρίσθηκε ότι μέσω της υλιστικής ερμηνείας της ιστορίας ο σοσιαλισμός έγινε επιστημονικός.

 Το θεμελιώδες σφάλμα αυτής της θεωρίας είναι ότι τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των κοινωνικών φαινομένων και τις αιτίες των μηχανιστικών φυσικών διαδικασιών. Η επιστήμη ασχολείται αποκλειστικά με όσα φαινόμενα εκδηλώνονται μέσα στο μεγάλο πλαίσιο που ονομάζουμε Φύση, τα οποία περιορίζονται από το χώρο και το χρόνο και υπόκεινται στις προβλέψεις της ανθρώπινης σκέψης. Διότι το βασίλειο της Φύσης είναι ένας κόσμος εσωτερικών σχέσεων και μηχανιστικών αναγκαιοτητών, όπου κάθε γεγονός λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τους νόμους της αιτίας και του αποτελέσματος. Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν απρόβλεπτα γεγονότα. Κάθε αυθαιρεσία είναι αδιανόητη. Γι αυτόν το λόγο, η επιστήμη ασχολείται με τα ακριβή γεγονότα· κάθε μοναδικό γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τα προηγούμενα πειράματα και δεν εναρμονίζεται με τη θεωρία μπορεί να καταρρίψει ακόμη και την πιο έντονα εκλογικευμένη θεωρητική κατασκευή.

 Στον κόσμο της μεταφυσικής σκέψης, η εύχρηστη δήλωση ότι η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα μπορεί να είναι έγκυρη, εν αντιθέσει με την επιστήμη όπου δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Μολονότι τα είδη που παράγει η Φύση χαρακτηρίζονται από μία απέραντη ποικιλία, καθένα από αυτά υπόκειται στους ίδιους αναλλοίωτους νόμους. Κάθε κίνηση μέσα στον κόσμο λαμβάνει χώρα σύμφωνα με αυστηρούς και άκαμπτους κανόνες, όπως ακριβώς και η φυσική ύπαρξη κάθε επίγειου δημιουργήματος. Οι νόμοι της φυσικής μας ύπαρξης δεν υπόκεινται στις ιδιοτροπίες της ανθρώπινης βούλησης. Αποτελούν ένα αναπόσπαστο τμήμα του είναι μας και χωρίς αυτούς θα ήταν αδιανόητη και η ίδια η ύπαρξη μας. Γεννιόμαστε, τρεφόμαστε, αποβάλλουμε τις άχρηστες ουσίες, κινούμαστε, τεκνοποιούμε και πεθαίνουμε, χωρίς να έχουμε την ικανότητα να μεταβάλλουμε κάποιο τμήμα αυτής της διαδικασίας που αποτελείται από αναγκαιότητες, οι οποίες υπερβαίνουν τη βούληση μας.

 Ο άνθρωπος μπορεί να καταστήσει τις φυσικές δυνάμεις εξυπηρετικές των σκοπών του, μπορεί να τις οδηγήσει, μέχρις ενός σημείου, προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, αλλά δεν μπορεί να τις σταματήσει. Εξίσου αδύνατο είναι να παρακάμψει τα ιδιαίτερα γεγονότα που καθορίζουν τη φυσική μας ύπαρξη. Μπορούμε να επεμβαίνουμε στα διάφορα φαινόμενα που μας συνοδεύουν και συχνά να τα προσαρμόζουμε στη βούληση μας, αλλά δεν μπορούμε να τα εκδιώξουμε από τη ζωή μας. Δεν είμαστε αναγκασμένοι να λαμβάνουμε την τροφή μας υπό τη μορφή που μας την προσφέρει η φύση ή να πέφτουμε για ύπνο στο πρώτο βολικό μέρος που θα συναντήσουμε, αλλά δεν μπορούμε να αποφύγουμε το φαγητό ή τον ύπνο, εάν δε θέλουμε να θέσουμε τέλος στη φυσική μας ύπαρξη. Σ’ αυτόν το φυσικό κόσμο των αμείλικτων αναγκαιοτητών δεν υπάρχει χώρος για μία καθοριστική επέμβαση του ανθρώπου.

 Ήταν ακριβώς αυτή η εκδήλωση, μέσα στην αδιάλειπτη πορεία των κοσμικών και φυσικών γεγονότων, ενός αμείλικτου νόμου που οδήγησε πολλούς στην ιδέα ότι τα γεγονότα της ανθρώπινης κοινωνικής ζωής υπόκεινται στην ίδια αδυσώπητη αναγκαιότητα και ότι, κατά συνέπεια, μπορούν να υπολογισθούν και να εξηγηθούν με τις επιστημονικές μεθόδους. Οι περισσότερες ιστορικές θεωρίες έχουν τις ρίζες τους σ’ αυτή την εσφαλμένη ιδέα, που χαρακτηρίζεται από την τοποθέτηση στο ίδιο επίπεδο των νόμων της φυσικής ύπαρξης μας, από τη μια, και των σκοπεύσεων των ανθρώπων, από την άλλη. Αυτές, όμως, οι σκοπεύσεις και οι στοχοθεσίες δεν μπορεί να θεωρηθούν παρά μόνον ως αποτέλεσμα του ανθρωπίνου σκέπτεσθαι.

 Δεν αρνούμαστε ότι και στην ιστορία υπάρχουν εσωτερικές σχέσεις που, όπως ακριβώς και στη φύση, μπορούν να ερμηνευθούν επί τη βάσει του σχήματος της αιτίας και του αποτελέσματος. Αλλά στην περίπτωση των κοινωνικών φαινομένων πρόκειται πάντα για μία αιτιότητα ενσωματωμένη στους ανθρώπινους στόχους και σκοπούς, που δεν είναι παρά μία εκδήλωση της βούλησης μας, ενώ στη φύση πρόκειται για μία αιτιότητα εκπορευόμενη από τη φυσική αναγκαιότητα, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη δική μας συμβολή. Θρησκευτικές ιδέες, ηθικές αντιλήψεις, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, νομικές απόψεις, πολιτικές οργανώσεις, ιδιοκτησιακοί θεσμοί, μορφές παραγωγής, κ.λπ., δεν είναι αναγκαστικές συνέπειες της φυσικής μας ύπαρξης, αλλά ξεκάθαρα αποτελέσματα της επιθυμίας των ανθρώπων για την πραγμάτωση κάποιων σκοπών, τεθειμένων εκ των προτέρων από αυτούς τους ίδιους. Κάθε ιδέα που αναφέρεται σε ανθρώπινους σκοπούς είναι ζήτημα γνώμης που δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία της επιστημονικής πρόβλεψης. Η αναγκαιότητα υπάρχει μόνο στο Βασίλειο των φυσικών γεγονότων. Στο βασίλειο των ανθρώπινων γνωμών υπάρχει μόνο πιθανότητα: μπορεί να είναι έτσι, αλλά δεν είναι έτσι κατ’ ανάγκην.

 Κάθε διαδικασία που απορρέει από τη φυσική μας υπόσταση και σχετίζεται μ’ αυτήν αποτελεί ένα γεγονός που βρίσκεται πέραν της βουλήσεως μας. Κάθε κοινωνική διαδικασία, όμως, εκπηγάζει από τους ανθρώπινους σκοπούς και τις ανθρώπινες στοχοθεσίες και λαμβάνει χώρα εντός των ορίων της βουλήσεως μας. Ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στη γενική ιδέα της φυσικής αναγκαιότητας. Ουδεμία αναγκαιότητα οδηγεί μία γυναίκα Ινδιάνα να πιέσει το κεφάλι του νεογέννητου παιδιού της ανάμεσα σε δύο σανίδες, ώστε να του δώσει το επιθυμητό σχήμα. Δεν είναι παρά ένα έθιμο που εξηγείται βάσει των πεποιθήσεων των ανθρώπων. Εάν οι άνθρωποι ακολουθούν την πολυγαμία, τη μονογαμία ή την αγαμία είναι ζήτημα της ανθρώπινης στοχοθεσίας και δεν έχει τίποτε το κοινό με τους νόμους των φυσικών γεγονότων και με τις αναγκαιότητες τους. Κάθε νομική άποψη, επίσης, είναι ζήτημα πεποίθησης των ανθρώπων που δεν εξαρτάται από καμία φυσική αναγκαιότητα.

 Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος είναι Μωαμεθανός, Εβραίος, Χριστιανός ή λάτρης του Σατανά δεν έχει ούτε την πα­ραμικρή σχέση με τη φυσική του ύπαρξη. Ο άνθρωπος μπορεί να ζει σε οποιοδήποτε πλαίσιο οικονομικών σχέσεων, μπορεί να προσαρμόζεται σε κάθε μορφή οργάνωσης του πολιτικού βίου, χωρίς καθόλου να προσβάλλονται οι νόμοι στους οποίους υπόκειται η φυσική του ύπαρξη. Οι συνέπειες μιας ξαφνικής διακοπής της ισχύος του νόμου της βαρύτητας θα ήταν αδιανόητες. Μία ξαφνική διακοπή των σωματικών μας λειτουργιών ισοδυναμεί με θάνατο. Όμως, εν αντιθέσει, η φυσική ύπαρξη του ανθρώπου δε θα είχε υποστεί την παραμικρή απώλεια, εάν δεν είχε ακούσει ποτέ για τον Κώδικα του Χαμουραμπί, για το Πυθαγόρειο Θεώρημα ή για την υλιστική ερμηνεία της ιστορίας.

 Όλα όσα διατυπώνουμε πάνω σ’ αυτό το ζήτημα δεν είναι προκατειλημμένες γνώμες, αλλά απλώς ένα αποδεδειγμένο γεγονός. Κάθε αποτέλεσμα της ανθρώπινης στοχοθεσίας έχει μία τεράστια σημασία για την κοινωνική ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά θα πρέπει να σταματήσουμε να θεωρούμε τις κοινωνικές διαδικασίες σαν ντετερμινιστικές εκδηλώσεις μιας αναγκαστικής πορείας των γεγονότων. Μία τέτοια θεώρηση μπορεί να οδηγήσει μόνο σε πολύ εσφαλμένα συμπεράσματα και σε μια ολέθρια σύγχυση ως προς την κατανόηση των κοινωνικών γεγονότων.

Είναι αναμφιβόλως καθήκον του ιστορικού να εξακριβώνει την εσωτερική σύνδεση των ιστορικών γεγονότων και να διασαφηνίζει τις αιτίες και τα αποτελέσματα τους, αλλά πρέπει να μην ξεχνά ότι αυτή η σύνδεση είναι εντελώς διαφορετικού τύπου από εκείνην των φυσικών γεγονότων και πρέπει, συνεπώς, τα ιστορικά γεγονότα να τυγχάνουν μιας εντελώς διαφορετικής αξιολόγησης. Ένας αστρονόμος είναι ικανός να προβλέψει με ακρίβεια δευτερολέπτου μία έκλειψη του ηλίου ή την εμφάνιση ενός κομήτη. Η ύπαρξη του πλανήτη του Ποσειδώνα είχε υπολογισθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, πριν ακόμη γίνει ορατός από το ανθρώπινο μάτι. Αλλά μία ακρίβεια αυτού του είδους είναι δυνατή μόνον όταν διαπραγματευόμαστε την πορεία των φυσικών γεγονότων. Αναφορικά με τον υπολογισμό των ανθρώπινων κινήτρων, σκοπών και προθέσεων δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη ακρίβεια, διότι δεν επιδέχονται κανενός είδους υπολογισμό. Είναι αδύνατο να υπολογίσεις ή να προβλέψεις τη μοίρα των φυλών, των γενών, των εθνών ή άλλων κοινωνικών μονάδων. Είναι ακόμη αδύνατον να κατακτήσεις την πλήρη εξήγηση του παρελθόντος τους. Διότι η ιστορία, σε τελική ανάλυση, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μεγάλη αρένα προβολής των ανθρώπινων στόχων και σκοπών και, γι αυτόν ακριβώς το λόγω, κάθε ιστορική θεώρηση αποτελεί ένα ζήτημα πεποίθησης, που θεμελιώνεται, στην καλύτερη περίπτωση, μόνον πάνω στην πιθανότητα· δεν μπορεί ποτέ να διεκδικήσει την ακλόνητη βεβαιότητα.

 Ο ισχυρισμός ότι η μοίρα των κοινωνικών δομών καθορίζεται από τους νόμους της λεγόμενης «κοινωνικής φυσικής» δεν έχει μεγαλύτερη αξία από τον ισχυρισμό εκείνων των πονηρών γυναικών που καμώνονται πως είναι ικανές να διαβάζουν τη μοίρα των ανθρώπων στα φλιτζάνια και στις ανθρώπινες παλάμες. Είναι αλήθεια ότι το ωροσκόπιο διανέμει ρόλους στους λαούς και στα έθνη, αλλά οι προφητικές ικανότητες της πολιτικής και κοινωνικής αστρολογίας δεν έχουν καμία μεγαλύτερη αξία από τα προγνωστικά εκείνων που ισχυρίζονται ότι είναι ικανοί να διαβάζουν τη μοίρα του ανθρώπου μέσα στα άστρα. Το γεγονός ότι μία ιστορική θεώρηση μπορεί να περιέχει σημαντικές ιδέες για την ερμηνεία των κοινωνικών γεγονότων είναι αδιαμφισβήτητο. Εμείς απλώς αντιτιθέμεθα στον ισχυρισμό ότι η πορεία της ιστορίας υπόκειται στους ίδιους (ή σε παρόμοιους) νόμους στους οποίους υπόκεινται και τα φυσικά ή μηχανικά γεγονότα. Αυτός ο εσφαλμένος και εντελώς ανυπόστατος ισχυρισμός εμπεριέχει και έναν ακόμη κίνδυνο. Από τη στιγμή που έχουμε συνηθίσει να τοποθετούμε στο ίδιο επίπεδο τις αιτίες των φυσικών και των κοινωνικών γεγονότων, είναι φυσικό να τείνουμε προς την αναζήτηση μιας θεμελιώδους πρώτης αιτίας, που θα αποτελούσε, κατά κάποιον τρόπο, το νόμο της κοινωνικής βαρύτητας, ο οποίος θα μας χρησίμευε για τη βασική εξήγηση όλων των ιστορικών γεγονότων. Από τη στιγμή που έχουμε φθάσει σ’ αυτό το σημείο, είναι εύκολο να παραβλέψουμε όλες τις άλλες αιτίες των κοινωνικών δομών καθώς και τις αλληλεπιδράσεις που απορρέουν από αυτές.

 Κάθε ανθρώπινη ιδέα που αναφέρεται στη βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών είναι πρωτίστως μία επιθυμία που στηρίζεται μόνο στην πιθανότητα. Όταν τίθενται ζητήματα τέτοιου είδους, η επιστήμη φθάνει στα όρια της, διότι κάθε πιθανότητα στηρίζεται μόνο σε υποθέσεις που δεν μπορούν να υπολογισθούν, να ζυγισθούν ή να μετρηθούν. Μολονότι είναι αλήθεια ότι η θεμελίωση μίας κοσμοαντίληψης, όπως για παράδειγμα ο σοσιαλισμός, είναι δυνατόν να επικαλείται τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας, εν τούτοις δεν είναι δυνατό να γίνει η ίδια επιστήμη, διότι η πραγμάτωση των στόχων της δεν εξαρτάται από προκαθορισμένες, ντετερμινιστικές διαδικασίες, όπως συμβαίνει με τα φυσικά φαινόμενα. Δεν υπάρχει νόμος στην ιστορία που να μας δείχνει την πορεία κάθε ανθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας. Οποτεδήποτε, μέχρι στιγμής, έγινε προσπάθεια να αποδειχθεί η ύπαρξη ενός τέτοιου νόμου, καθίστατο αμέσως εμφανής η παντελής παιδαριώδη αυτής της απόπειρας.

Ο άνθρωπος είναι άνευ όρων υποταγμένος μόνο στους νόμους του φυσικού του είναι. Δεν μπορεί να μεταβάλει την κατασκευή του. Δεν μπορεί να διακόψει τη λειτουργία των θεμελιωδών προϋποθέσεων της φυσικής του ύπαρξης ούτε να τις μετατρέψει σύμφωνα με την επιθυμία του. Δεν μπορεί να εμποδίσει ούτε τον ερχομό του πάνω στη γη ούτε το θάνατο του. Δεν μπορεί να αλλάξει την τροχιά του άστρου πάνω στο οποίο ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής του και πρέπει να αποδεχθεί όλες τις συνέπειες της κίνησης της γης μέσα στο σύμπαν, χωρίς να είναι ικανός να τις μετατρέψει, έστω και κατ’ ελάχιστον. Αλλά, η διαμόρφωση της κοινωνικής ζωής δεν υπόκειται σ’ αυτήν την αναγκαστική πορεία, για τον απλό λόγο ότι είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης Βούλησης και πράξης. Ο άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί τις κοινωνικές συνθήκες μέσα τις οποίες ζει ως προκαθορισμένες από τη θεϊκή βούληση ή να τις θεωρήσει ως αποτέλεσμα αναλλοίωτων νόμων, μη υποκείμενων στη βούληση του. Στην τελευταία περίπτωση, η πίστη εξασθενίζει τη βούληση του και τον οδηγεί στην προσαρμογή στις δεδομένες συνθήκες. Όμως, μπορεί, εξίσου καλά, να πείσει τον εαυτό του ότι όλες οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης υπάρχουν μόνον υπό όρους και ότι μπορούν να αλλάξουν από το ανθρώπινο χέρι και από το ανθρώπινο μυαλό. Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα προσπαθήσει να αντικαταστήσει τις κοινωνικές συνθήκες της ζωής του με άλλες και μέσω της δράσης του θα προετοιμάσει το δρόμο για την αναμόρφωση της κοινωνικής ζωής.

 Όσο βαθύτερα και αν φθάσει ο άνθρωπος στη γνώση των κοσμικών νόμων, δεν θα μπορέσει, ωστόσο, να τους αλλάξει, διότι δεν είναι δικό του δημιούργημα. Όμως, κάθε μορφή της κοινωνικής του ύπαρξης, κάθε κοινωνικός θεσμός, που του παραδόθηκε από το παρελθόν ως κληροδότημα των μακρινών του προγόνων, είναι ανθρώπινο δημιούργημα και μπορεί να αλλάξει μέσω της ανθρώπινης βούλησης και πράξης ή να καταστεί εξυπηρετικό καινούργιων σκοπών. Μόνο μία τέτοια αντίληψη είναι αληθινά επαναστατική και εμπνευσμένη από το πνεύμα του μέλλοντος. Ο οποιοσδήποτε πιστεύει στην αναγκαστική αλληλοδιαδοχή όλων των ιστορικών γεγονότων θυσιάζει το μέλλον στο παρελθόν. Ερμηνεύει τα φαινόμενα της κοινωνικής ζωής, αλλά δεν τα αλλάζει. Απ’ αυτήν την άποψη, όλοι οι φαταλισμοί ταυτίζονται, ανεξάρτητα αν έχουν θρησκευτικό, πολιτικό ή οικονομικό χαρακτήρα. Οποιοσδήποτε πέφτει στην παγίδα του φαταλισμού απογυμνώνεται από το πολυτιμότερο χαρακτηριστικό της ζωής του: την σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες αυθόρμητη ενεργητικότητα. Και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη η περίπτωση κατά την οποία ο φαταλισμός εμφανίζεται υπό την εσθήτα της επιστήμης, που στις μέρες μας αντικαθιστά, τόσο συχνά, το ράσο του θεολόγου. Οι αιτίες, ας το επαναλάβουμε, που υπόκεινται των διαδικασιών της κοινωνικής ζωής δεν έχουν τίποτε το κοινό με τους νόμους των φυσικών και μηχανικών γεγονότων, διότι αποτελούν σαφή αποτελέσματα της ανθρώπινης στοχοθεσίας, που δεν είναι εξηγήσιμη Βάσει των επιστημονικών μεθόδων. Η αγνόηση αυτού του γεγονότος αποτελεί μία θανάσιμη αυταπάτη από την οποία μόνο μία συγκεχυμένη ιδέα της πραγματικότητας μπορεί να προκύψει.

Αυτές οι απόψεις μας ισχύουν για όλες τις θεωρίες της ιστορίας που Βασίζονται πάνω στην ιδέα της αναγκαιότητας της πορείας των κοινωνικού γίγνεσθαι. Ιδιαίτερα δε ισχύουν για τον ιστορικό υλισμό, που αναγάγει κάθε ιστορικό γεγονός στους κυρίαρχους όρους της παραγωγής και προσπαθεί Βάσει αυτών να εξηγήσει το κάθε τι. Ουδείς σκεπτόμενος άνθρωπος των ημερών μας δεν μπορεί να μην παραδεχθεί το γεγονός ότι είναι αδύνατη κάθε ορθή αξιολόγηση μιας ιστορικής περιόδου, από τη στιγμή που δεν λαμβάνουμε υπ’ όψιν μας τους οικονομικούς όρους. Αλλά, πολύ περισσότερο, ουδείς μπορεί να μην παραδεχθεί τη μονομέρεια της άποψης που υποστηρίζει ότι όλη η ιστορία είναι απλώς το αποτέλεσμα των οικονομικών όρων, υπό την επίδραση των οποίων διαμορφώνονται όλα τα άλλα φαινόμενα της ζωής. Υπάρχουν χιλιάδες γεγονότα μέσα στην ιστορία που δεν μπορούν να εξηγηθούν με καθαρά οικονομικές αιτίες ή αποκλειστικός και μόνο μέσω αυτών. Είναι πράγματι δυνατό να υπαγάγουμε τα πάντα μέσα στα πλαίσια ενός καθορισμένου σχήματος, αλλά το αποτέλεσμα συνήθως δεν αξίζει τον κόπο. Σπανίως εμφανίζεται ένα ιστορικό γεγονός, στη διαμόρφωση του οποίου να μην έχουν συμβάλλει οικονομικές αιτίες, αλλά οι οικονομικές δυνάμεις δεν είναι οι μοναδικές κινητήριες δυνάμεις που έχουν θέσει σε κίνηση τα πάντα. Όλα τα κοινωνικά φαινόμενα είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς ποικίλων αιτιών, που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένες ώστε να είναι εντελώς αδύνατο να διακρίνουμε με σαφήνεια τη μία αιτία από την άλλη. Έχουμε πάντοτε να κάνουμε με την αλληλεπίδραση ποικίλων αιτιών, που, και αν ακόμη τις αναγνωρίσουμε με σαφήνεια, δεν μπορούμε να τις υπολογίσουμε κατά τον τρόπο των επιστημονικών μεθόδων.

Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα μέγιστης σπουδαιότητας για εκατομμύρια ανθρώπων που δεν μπορούν να εξηγηθούν επί τη βάσει μιας καθαρώς οικονομικής οπτικής. Ποιος θα υποστήριζε, επί παραδείγματα, ότι οι εκστρατείες του Αλεξάνδρου υπήρξαν το αποτέλεσμα των παραγωγικών συνθηκών της εποχής του; Το ίδιο το γεγονός ότι η τεράστια αυτοκρατορία, που έχτισε ο Αλέξανδρος με το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, άρχισε να καταρρέει αμέσως μετά το θάνατο του αποδεικνύει πως τα στρατιωτικά και πολιτικά κατορθώματα του Μακεδόνα κοσμοκατακτητή δεν ήταν ιστορικά καθορισμένα από τις οικονομικές αναγκαιότητες.

Η επίδραση των ενεργειών του Αλέξανδρου πάνω στην πρόοδο των παραγωγικών συνθηκών της εποχής του υπήρξε ελάχιστη. Όταν ο Αλέξανδρος συνέλαβε το πολεμικό του σχέδιο, ο πόθος για εξουσία, και όχι η οικονομική αναγκαιότητα, διαδραμάτισε ένα σημαντικότατο ρόλο. Η επιθυμία για την κατάκτηση ολόκληρου του κόσμου είχε πραγματικά προσλάβει παθολογικές μορφές μέσα στην προσωπικότητα του φιλόδοξου δεσπότη. Η παράφορη εξουσιαστική του μονομανία καθοδηγούσε ολόκληρη την πολιτική του και ήταν η δύναμη που κατηύθυνε τις πολεμοχαρείς επιχειρήσεις του, που γέμισαν ένα μεγάλο τμήμα του τότε γνωστού κόσμου με φόνους και λεηλασίες. Ήταν αυτή η εξουσιαστική μονομανία που έκανε τον Αλέξανδρο να θαυμάζει υπέρμετρα τον Καισαροπαπισμό του ανατολίτη δεσπότη και να πιστεύει ότι είναι ημίθεος.

 Η βούληση για εξουσία, που πάντοτε προέρχεται από κάποια άτομα ή από ορισμένες μικρές μειοψηφίες μέσα στην κοινωνία, αποτελεί, στην πραγματικότητα, τη σημαντικότερη διαμορφωτική δύναμη της ιστορίας. Η έκταση της επίδρασης της έχει μέχρι σήμερα προσεχθεί ελαχιστότατα, μολονότι συχνά υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας της μορφοποίησης του συνόλου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η ιστορία των Σταυροφοριών έχει αναμφιβόλως επηρεασθεί από ισχυρά οικονομικά κίνητρα. Το όνειρο των πλούσιων γαιών της Ανατολής μπορεί να υπήρξε για πολλούς ακτήμονες Σερ και Λόρδους ένα ισχυρότερο κίνητρο από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αλλά τα οικονομικά κίνητρα δε θα επαρκούσαν ποτέ από μόνα τους για να κινητοποιήσουν εκατομμύρια ανθρώπων απ’ όλες τις χώρες, εάν αυτοί δεν ήταν διαποτισμένοι από τις έμμονες ιδέες της πίστης, έτσι ώστε να ορμούν αψήφιστα στο άκουσμα της ιαχής «Είναι θέλημα Θεού!», μολονότι δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για τις τεράστιες δυσκολίες που συνόδευαν αυτήν την παράξενη περιπέτεια. Η ισχυρή επιρροή της θρησκευτικής πίστης πάνω στους λαούς της εποχής εκείνης αποδεικνύεται από τη λεγόμενη Παιδική Σταυροφορία του έτους 1212. Αυτή η Σταυροφορία αποφασίσθηκε όταν η αποτυχία των προηγούμενων Σταυροφορικών στρατευμάτων ήταν πλέον εμφανέστατη και όταν οι φανατικοί θρησκόληπτοι ανήγγειλαν το νέο ότι ο Πανάγιος Τάφος θα μπορούσε να απελευθερωθεί μόνον από τις τρυφερές ηλικίες, μέσω των οποίων ο Θεός θα φανέρωνε στον κόσμο το θαύμα του. Ασφαλώς, δεν ήταν οικονομικά τα κίνητρα που έπεισαν χιλιάδες γονέων να στείλουν τα πλέον αγαπημένα τους πρόσωπα σε σίγουρο θάνατο.

 Αλλά ακόμη και το Παπικό Κράτος, που με διστακτικότητα αποφάσισε στην αρχή να καλέσει το Χριστιανικό κόσμο στην Πρώτη Σταυροφορία, κινητοποιήθηκε περισσότερο από εξουσιαστικούς-πολιτικούς σκοπούς παρά από οικονομικούς. Στον αγώνα τους για την ηγεμονία της Εκκλησίας, ήταν πολύ εξυπηρετικό για τους εκκλησιαστικούς ηγέτες να κρατούν πολλούς από τους κοσμικούς ηγέτες, που μπορούσαν να είναι ενοχλητικοί με την παρουσία τους στη Δύση, απασχολημένους για μεγάλο διάστημα στην Ανατολή, απ’ όπου δεν μπορούσαν να ενοχλούν την Εκκλησία στην επιδίωξη των σχεδίων της. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν και άλλοι, όπως, για παράδειγμα, οι Βενετοί, που γρήγορα αντελήφθησαν τα μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα των Σταυροφοριών και τις χρησιμοποίησαν για την επέκταση της κυριαρχίας τους πάνω στη Δαλματική ακτή, τα Ιόνια νησιά και την Κρήτη. Όμως, το να συμπεράνουμε απ’ αυτό ότι οι Σταυροφορίες ήταν αναπόφευκτα καθορισμένες από τις μεθόδους της παραγωγής θα ήταν καθαρή ανοησία.

 Όταν η Εκκλησία αποφάσισε να κηρύξει τον πόλεμο για την εξολόθρευση των Αλμπιγκέζων, που στοίχισε τη ζωή πολλών χιλιάδων ανθρώπων, ερήμωσε το πιο ελεύθερο και πνευματικά πιο προωθημένο τμήμα της Ευρώπης, κατέστρεψε την πολύ αναπτυγμένη κουλτούρα και Βιομηχανία του και άφησε πίσω του έναν αποδεκατισμένο και οδυνηρά απογυμνωμένο πληθυσμό, δεν οδηγήθηκε σ’ αυτόν τον αγώνα εναντίον αυτής της αίρεσης από καμία οικονομική σκέψη. Αυτό που διακυβευόταν ήταν η ενότητα της πίστης, που αποτελούσε το θεμέλιο των προσπαθειών της Εκκλησίας για την πολιτική της επικράτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο, και η Γαλλική Μοναρχία, που αργότερα υποστήριξε την Εκκλησία σ’ αυτόν τον πόλεμο, εμπνεύσθηκε κυρίως από πολιτικές σκέψεις. Μέσω αυτού του αιματηρού αγώνα εναντίον των Αλμπιγκέζων, η Γαλλική Μοναρχία έγινε κληρονόμος της Κομητείας του Αανγκντόκ, με την οποία ολόκληρο το νότιο τμήμα της χώρας περιήλθε στα χέρια της, ενισχύοντας, φυσικά, κατά πολύ τις προσπάθειες της για συγκεντροποίηση της εξουσίας. Συνεπώς, ήταν εξαιτίας κυρίως των πολιτικών κινήτρων της Εκκλησίας και του Κράτους που η οικονομική ανάπτυξη μιας από τις παλαιότερες περιοχές της Ευρώπης ανεκόπη Βιαίως και που η παλιά εστία μιας υπέροχης κουλτούρας μετατράπηκε σ’ ένα σωρό ερειπίων.

 Οι μεγάλες κατακτήσεις των Αράβων, και ιδιαίτερα η εισβολή τους στην Ισπανία, που αποτέλεσαν την έναρξη του πολέμου των Επτά Εκατονταετιών, δεν μπορούν να εξηγηθούν με οποιαδήποτε μελέτη, όσο πλήρης και αν είναι, των παραγωγικών συνθηκών εκείνης της εποχής. Θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει κανείς να αποδείξει ότι η ανάπτυξη των οικονομικών όρων ήταν η καθοριστική δύναμη μίας εποχής γεμάτης με έντονα γεγονότα. Μάλιστα, σ’ αυτήν ειδικά την περίπτωση, είναι εμφανέστατο το ακριβώς αντίθετο. Μετά την κατάκτηση της Γρανάδας, του τελευταίου οχυρού των Μαυριτανών, δημιουργήθηκε στην Ισπανία μία νέα πολιτικο-θρησκευτική εξουσία, που κάτω από την ολέθρια επίδραση της ανεκόπη για εκατοντάδες χρόνια ολόκληρη η οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή που επέφερε αυτός ο εφιάλτης, ώστε οι συνέπειες της να είναι αισθητές, μέχρι σήμερα, πάνω σε ολόκληρη την Ιβηρική Χερσόνησο. Ακόμη και ο πακτωλός του χρυσού, που μετά την ανακάλυψη της Αμερικής έρρευσε στην Ισπανία από το Μεξικό και την παλιά Αυτοκρατορία των Ίνκας, δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει την οικονομική παρακμή και, στην πραγματικότητα, απλώς την επιτάχυνε.

 Ο γάμος του Φερδινάνδου της Αραγονίας με την Ισαβέλλα της Καστίλης έθεσε τα θεμέλια της Χριστιανικής μοναρχίας στην Ισπανία, που δεξί της χέρι ήταν ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Ο ακατάπαυστος πόλεμος εναντίον της εξουσίας των Μαυριτανών, που διεξήχθη υπό το λάβαρο της Εκκλησίας άλλαξε θεμελιωδώς την ψυχική και πνευματική στάση του Χριστιανικού πληθυσμού και δημιούργησε έναν απάνθρωπο θρησκευτικό φανατισμό, που κράτησε την Ισπανία τυλιγμένη στο σκοτάδι για εκατοντάδες χρόνια. Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις, μπόρεσε να αναπτυχθεί εκείνος ο απαίσιος κληρικο-πολιτικός δεσποτισμός, που, αφού έπνιξε μέσα στο αίμα τις τελευταίες ελευθερίες των Ισπανικών πόλεων, απλώθηκε μέσα στη χώρα σαν ένας φρικτός εφιάλτης για τριακόσια χρόνια. Υπό την καταπιεστική επίδραση αυτής της μοναδικής στο είδος της εξουσιαστικής οργάνωσης, ενταφιάσθηκαν ακόμη και τα τελευταία υπολείμματα της κουλτούρας των Μαυριτανών, αφού πρώτα εκδιώχθηκαν από τη χώρα οι Εβραίοι και οι Άραβες. Ολόκληρες επαρχίες, που παλιότερα έμοιαζαν με ανθισμένους κήπους, μετατράπηκαν σε αντιπαραγωγικές έρημες εκτάσεις, αφού τα αρδευτικά συστήματα και οι δρόμοι των Μαυριτανών δεν ήταν πια παρά ένας σωρός ερειπίων. Βιοτεχνίες, που ήταν μεταξύ των πρώτων στην Ευρώπη, εξαφανίσθηκαν σχεδόν εντελώς από τη χώρα και ο λαός επέστρεψε σε απηρχαιωμένες μεθόδους παραγωγής.

 Σύμφωνα με τα στοιχεία του Fernando Garrido, στη Σεβίλλη των αρχών του 16 αιώνα υπήρχαν 1.600 αργαλειοί μεταξωτών υφασμάτων, που απασχολούσαν 130.000 εργαζόμενους, ενώ κατά το τέλος του 17ου αιώνα λειτουργούσαν μόνον τριακόσιοι.

 «Δεν είναι γνωστό πόσοι αργαλειοί υπήρχαν στο Τολέδο κατά τον 16° αιώνα, αλλά γνωρίζουμε ότι υφαίνονταν 435.000 λίβρες μετάξης ετησίως και ότι απασχολούνταν 38.484 άτομα. Μέχρι το τέλος του 17ου αιώνος

 Όλη αυτή η βιοτεχνική δραστηριότητα είχε εξαφανισθεί. Στη Σεγκόβια, υπήρχαν κατά το τέλος του 16ου αιώνος 6.000 αργαλειοί μάλλινων υφασμάτων, που θεωρούνταν την εποχή εκείνη ως οι καλύτεροι της Ευρώπης. Μέχρι τις αρχές του 18ου αιώνος, αυτός ο βιοτεχνικός τομέας είχε τόσο παρακμάσει ώστε εισήχθησαν ξένοι εργαζόμενοι για να διδάξουν στους Σεγκοβιανούς την ύφανση και τη βαφή των υφασμάτων. Οι αιτίες αυτής της παρακμής ήταν η εκδίωξη των Μαυριτανών, η ανακάλυψη της Αμερικής και η μεγάλη μετανάστευση που ακολούθησε καθώς και ο θρησκευτικός φανατισμός που άδειασε τα εργαστήρια και αύξησε τον αριθμό των ιερέων και των μοναχών. Τη στιγμή που είχαν απομείνει μόνον τριακόσιοι αργαλειοί στη Σεβίλλη, ο αριθμός των μοναστηριών είχε αυξηθεί σε 62 και ο κλήρος περιελάμβανε στους κόλπους του 14.000 άτομα».1

 Επίσης, και ο Ζancada γράφει σχετικά μ’ αυτήν την περίοδο: «Το έτος 1655, 17 συντεχνίες εξαφανίσθηκαν από την Ισπανία. Μαζί τους εξαφανίσθηκαν και οι εργαζόμενοι στα εργαστήρια σιδήρου, χάλυβος, χαλκού, μόλυβδου, θειαφιού, αλουμίνας, κ.λπ.» 2

 Ακόμη και η κατάκτηση της Αμερικής από τους Ισπανούς, που απογύμνωσε την Ιβηρική Χερσόνησο από τον πληθυσμό της και αιχμαλώτισε μακριά στο νέο κόσμο εκατομμύρια ανθρώπων, δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από «τη δίψα για χρυσό», όσο έντονη και αν ήταν η απληστία του ατόμου. Όταν διαβάζουμε την ιστορία της ξακουστής «Κατάκτησης», καταλαβαίνουμε, μαζί με τον Ρrescott, ότι μοιάζει λιγότερο με μία αληθινή περιγραφή των πραγματικών γεγονότων και περισσότερο με κάποιο από τα αναρίθμητα ρομαντικά μυθιστορήματα της περιπλάνησης των ιπποτών, που, ιδιαίτερα στην Ισπανία, έχαιραν μεγάλης αγάπης και εκτίμησης.

 Δεν ήταν αποκλειστικά οικονομικοί οι λόγοι που κατ’ επανάληψιν είλκυσαν ομάδες τολμηρών τυχοδιωκτών στο μυθικό ΕIDοrado, πέρα από το μεγάλο ωκεανό. Μεγάλες Αυτοκρατορίες, όπως εκείνες του Μεξικού και των Ίνκας, που περιελάμβαναν εκατομμύρια ανθρώπων, πέρα από το γεγονός ότι κατείχαν έναν αρκετά υψηλό βαθμό πολιτισμού, κατακτήθηκαν από μία χούφτα απελπισμένων τυχοδιωκτών, που δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο και που δεν σταματούσαν προ ουδενός κινδύνου, από τη στιγμή που και η ίδια η ζωή τους δεν είχε πλέον γι’ αυτούς μεγάλη αξία. Αυτό το γεγονός εξηγείται μόνον όταν εξετάσουμε ενδελεχέστερα αυτό το μοναδικό ανθρώπινο υλικό, το σκληραγωγημένο από τον κίνδυνο, που είχε Βαθμιαία δημιουργηθεί μέσα από έναν πόλεμο επτακοσίων χρόνων. Μόνο μία εποχή στην οποία η ιδέα της ειρήνης ανάμεσα στους ανθρώπους πρέπει να έμοιαζε με ένα όμορφο παραμύθι ενός πολύ μακρινού παρελθόντος και όπου οι πόλεμοι διάρκειας αιώνων, που διεξάγονταν με κάθε ωμότητα, φαίνονταν ως η κανονική συνθήκη της ζωής μπορούσε να έχει δημιουργήσει αυτόν τον αχαλίνωτο θρησκευτικό φανατισμό, που χαρακτήριζε τους Ισπανούς της εποχής εκείνης.

 Έτσι μόνον μπορεί να γίνει κατανοητή αυτή η ιδιαίτερη ορμή προς μία διαρκή αναζήτηση της περιπέτειας, για μία εσφαλμένη αντίληψη της τιμής, που συχνά στερούνταν κάθε πραγματικού υποβάθρου, οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι σε κάθε στιγμή να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους. Δεν είναι συμπωματικό που ο χαρακτήρας του Δον Κιχώτη αναπτύχθηκε στην Ισπανία. Ίσως αυτός ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα να μας οδηγεί πολύ μακριά, στην αντικατάσταση της κοινωνιολογίας από τις ανακαλύψεις της ψυχολογίας, αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι η ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου έχει μία ισχυρή επίδραση πάνω στη διαμόρφωση του ανθρώπινου κοινωνικού περιβάλλοντος.

 Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε εκατοντάδες άλλων παραδειγμάτων από τα οποία να καθίσταται σαφές ότι η οικονομία δεν αποτελεί το κέντρο βάρους της κοινωνικής ανάπτυξης εν γένει, παρόλο που έχει διαδραματίσει, αδιαμφισβήτητα, ένα σπουδαίο ρόλο στη διαμόρφωση των ιστορικών διαδικασιών, που δεν πρέπει ούτε να τον παραβλέπουμε ούτε να τον υπερεκτιμάμε. Υπάρχουν εποχές όπου η σπουδαιότητα των οικονομικών συνθηκών για την πορεία των ιστορικών γεγονότων είναι, σε εκπληκτικό βαθμό, ξεκάθαρη, αλλά υπάρχουν και άλλες όπου θρησκευτικά ή πολιτικά κίνητρα συγκρούονται ολοφάνερα, κατά τρόπον αυθαίρετο, με την κανονική πορεία της οικονομίας και για μεγάλο χρονικό διάστημα αναχαιτίζουν τη φυσική της ανάπτυξη ή τη διοχετεύουν προς άλλα κανάλια. Ιστορικά γεγονότα, όπως η Μεταρρύθμιση, ο Τριακονταετής Πόλεμος, οι μεγάλες Επαναστάσεις στην Ευρώπη και πολλά άλλα, δεν μπορούν καθόλου να κατανοηθούν ως καθαρά οικονομικά γεγονότα. Μπορούμε, όμως, με ευκολία να παραδεχθούμε ότι σε όλα αυτά τα γεγονότα οι οικονομικοί παράγοντες διαδραμάτισαν ένα ρόλο και συνέβαλαν στη δημιουργία τους.

 Η παρερμήνευση γίνεται ακόμη σοβαρότερη, όταν προσπαθούμε να προσδιορίσουμε τα διάφορα κοινωνικά στρώματα μιας συγκεκριμένης εποχής ως απλές τυπικές εκφράσεις κάποιων εντελώς καθορισμένων οικονομικών συμφερόντων. Μία τέτοια άποψη όχι μόνο στενεύει το γενικό θεωρητικό πεδίο του μελετητή, αλλά, επί πλέον, διαστρεβλώνει εν όλω την ιστορία και δεν μπορεί παρά να μας οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένας φορέας κάποιων ιδιαίτερων οικονομικών συμφερόντων. Για παράδειγμα, η μπουρζουαζία, σε όλες τις χώρες που απέκτησε σημαντική κοινωνική δύναμη, έχει συχνά υποστηρίξει κινήματα που δεν καθορίζονταν κατά κανέναν τρόπον από τα οικονομικά της συμφέροντα, αλλά συχνά βρίσκονταν σε ανοικτή αντιπαράθεση μ’ αυτά. Ο αγώνας της εναντίον της Εκκλησίας, οι προσπάθειες της για την εγκαθίδρυση μιας μόνιμης ειρήνης μεταξύ των εθνών, οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές της απόψεις σχετικά με τον χαρακτήρα της κυβέρνησης, που έφεραν τους αντιπροσώπους της σε οξύτατη σύγκρουση με τις παραδόσεις της «ελέω Θεού» Βασιλείας, και πολλές άλλες υποθέσεις, για τις οποίες, κατά καιρούς, έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό η μπουρζουαζία, αποδεικνύουν την ορθότητα της άποψης μας.

 Δεν αποτελεί απόδειξη περί του αντιθέτου το γεγονός ότι η μπουρζουαζία, κάτω από τη συνεχώς αυξανόμενη επίδραση των οικονομικών της συμφερόντων, γρήγορα λησμόνησε τα ιδανικά της νιότης της ή ότι τα πρόδωσε, κατά τρόπο χυδαίο. Όταν συγκρίνουμε τη θυελλώδη και ορμητική περίοδο των αρχών του σοσιαλιστικού κινήματος στην Ευρώπη με τις έμπρακτες πολιτικές των συγχρόνων εργατικών κομμάτων, γρήγορα θα πεισθούμε ότι οι δήθεν εκπρόσωποι του προλεταριάτου δεν είναι καθόλου σε θέση να επικρίνουν την μπουρζουαζία για τις εσωτερικές της μεταβολές. Κανένα απ’ αυτά τα κόμματα δεν έχει κάνει την παραμικρή προσπάθεια να επηρεάσει τις οικονομικές συνθήκες προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού, κατά τη διάρκεια της χειρότερης κρίσης που έχει ποτέ περάσει ο καπιταλιστικός κόσμος. Ποτέ άλλοτε οι οικονομικές συνθήκες δεν ήταν ωριμότερες για έναν πλήρη μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ολόκληρο το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Η κρίση, που άλλοτε ήταν απλώς ένα περιοδικό φαινόμενο του καπιταλιστικού κόσμου, έχει εδώ και χρόνια καταστεί η κανονική συνθήκη της κοινωνικής ζωής. Κρίση στη βιομηχανία, κρίση στη γεωργία, κρίση στο εμπόριο, κρίση στα δημοσιο-οικονομικά! Τα πάντα έχουν συνενωθεί για να αποδείξουν την ανικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος. Σχεδόν 30.000.000 άνθρωποι είναι καταδικασμένοι εφόρου ζωής σε μία άθλια πενία μέσα σ’ έναν κόσμο που καταστρέφεται από το παραγωγικό του πλεόνασμα. Αλλά, λείπει το πνεύμα, το σοσιαλιστικό πνεύμα, που αγωνίζεται για μία θεμελιώδη αναδιάρθρωση της κοινωνικής ζωής και που δεν μένει ευχαριστημένο με τις μικρές και ανώδυνες παρεμβάσεις, που απλώς παρατείνουν την κρίση, χωρίς ποτέ να μπορούν να απαλείψουν τις αιτίες. Ποτέ άλλοτε δεν αποδείχθηκε τόσο ξεκάθαρα ότι οι οικονομικές συνθήκες από μόνες τους δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνική δομή, αν δεν είναι παρούσες μέσα στους ανθρώπους εκείνες οι πνευματικές και διανοητικές προϋποθέσεις που θα δώσουν φτερά στις επιθυμίες τους και θα ενοποιήσουν σε μια κοινή προσπάθεια τις διεσπαρμένες δυνάμεις τους.

 Αλλά, τα σοσιαλιστικά κόμματα, καθώς και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που είναι διαποτισμένες με τις ιδέες τους, δεν έχουν αποτύχει μόνο στο ζήτημα της οικονομικής αναδιάρθρωσης της κοινωνίας· έχουν, επίσης, αποδειχθεί ανίκανα να προστατεύσουν την πολιτική κληρονομιά της αστικής δημοκρατίας. Και τούτο διότι έχουν αποδεχθεί, αμαχητί, τη συρρίκνωση των κεκτημένων, μέσα από μακροχρόνιους αγώνες, ελευθεριών και δικαιωμάτων και, συνεπώς, έχουν συμβάλλει στην άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη, ακόμη και παρά τη θέληση τους.

 Στην Ιταλία, ένας από τους πιο επιφανείς εκπροσώπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος υπήρξε ο δράστης του φασιστικού πραξικοπήματος και μία ολόκληρη ομάδα από τους πιο γνωστούς ηγέτες των εργατών, με επικεφαλής τον D. Aragona, βάδισε προς το στρατόπεδο του Μουσολίνι με αναπεπταμένες τις σημαίες.

 Στην Ισπανία, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν το μόνο που ήλθε σε συμφωνία με τον δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα. Και σήμερα επίσης, κατά την ένδοξη εποχή της Δημοκρατίας, που τα χέρια της έχουν βαφτεί κόκκινα από το αίμα των δολοφονημένων εργατών, το Σοσιαλιστικό Κόμμα αποδεικνύεται ο καλύτερος φύλακας του καπιταλιστικού συστήματος και προσφέρει με προθυμία τις υπηρεσίες του στον περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων.

 Στην Αγγλία, είμαστε μάρτυρες του παράξενου θεάματος της αιφνίδιας μεταστροφής στο εθνικιστικό στρατόπεδο των γνωστότερων και ικανότερων ηγετών του Εργατικού Κόμματος, που με τη δράση τους κατάφεραν μια συντριπτική ήττα στο κόμμα, του οποίου υπήρξαν υπέρμαχοι για δεκαετίες. Έτσι, ο ΡhilipSnowden κατηγόρησε τους παλιούς του συντρόφους ότι «είχαν τοποθετήσει τα ταξικά τους συμφέροντα πάνω από το καλό του Κράτους». Μία μομφή που δυστυχώς δεν δικαιώθηκε, αλλά που είναι πολύ χαρακτηριστική για την «Εξοχότητά Του», όπως τώρα αυτός αποκαλείται.

 Στη Γερμανία, τόσο η Σοσιαλδημοκρατία όσο και τα εργατικά συνδικάτα έχουν υποστηρίξει με όλες τους τις δυνάμεις την περιβόητη προσπάθεια των μεγαλοβιομηχάνων καπιταλιστών για τον «εξορθολογισμό» της Βιομηχανίας, που τόσο μεγάλες καταστρεπτικές συνέπειες είχε για τους εργαζόμενους και που πρόσφερε την ευκαιρία σε μία ηθικά τελματωμένη μπουρζουαζία να αναρρώσει από τους κλονισμούς που της είχε προξενήσει ο χαμένος πόλεμος. Ακόμη και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας, που με έπαρση αυτοπροσδιοριζόταν ως επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, υιοθέτησε τα εθνικιστικά συνθήματα της αντίδρασης, διότι ήλπιζε ότι, με αυτήν την περιφρονητική απόρριψη των σοσιαλιστικών αρχών, θα μπορούσε να αναχαιτίσει την άνοδο του απειλητικού φασισμού.

 Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, ακόμη, πλήθος παραδειγμάτων για να δείξουμε ότι οι εκπρόσωποι της μεγάλης πλειοψηφίας των οργανωμένων στα σοσιαλιστικά κόμματα εργατών δεν έχουν το δικαίωμα να μέμφονται την μπουρζουαζία για πολιτική αναξιοπιστία ή για προδοσία των παλιών της ιδανικών. Οι εκπρόσωποι του φιλελευθερισμού και της αστικής δημοκρατίας εκδήλωσαν στις τελευταίες εκλογές μία προσπάθεια να διασώσουν, τουλάχιστον, τα προσχήματα, ενώ οι δήθεν υπερασπιστές των προλεταριακών συμφερόντων εγκατέλειψαν τις παλιές τους ιδέες, με αδιάντροπη αυταρέσκεια, προκειμένου να κάνουν ότι ακριβώς έκαναν και οι αντίπαλοί τους.

 Πολλοί διαπρεπείς οικονομολόγοι, που δεν διακατέχονται από σοσιαλιστικές ιδέες, έχουν εκφράσει την πεποίθηση τους ότι το καπιταλιστικό σύστημα έχει φθάσει στο τέλος του και ότι πρέπει στη θέση μιας «οικονομίας του ανεξέλεγκτου κέρδους» να δημιουργηθεί μία άλλη «οικονομία παραγωγής αξιών χρήσης», Βασισμένη σε νέες αρχές, εάν θέλουμε να μην καταστραφεί η Ευρώπη. Παρ’ όλα ταύτα, όλο και περισσότερο γίνεται εμφανές ότι ο σοσιαλισμός ως κίνημα δεν έχει, κατά κανέναν τρόπο, αναπτυχθεί, ούτως ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση. Οι περισσότεροι από τους εκπροσώπους του σοσιαλιστικού κινήματος δεν έχουν ποτέ προχωρήσει πέρα από κάποιες ασήμαντες μεταρρυθμίσεις και σπαταλούν τις δυνάμεις τους σε άσκοπες και επικίνδυνες φατριαστικές διαμάχες, που με τη βλακώδη μισαλλοδοξία τους μας υπενθυμίζουν τη συμπεριφορά των πνευματικά απολιθωμένων εκκλησιαστικών οργανώσεων. Ελάχιστα ενδιαφέρονται για το γεγονός ότι εκατοντάδες χιλιάδες σοσιαλιστών μέσα στην απελπισία τους αφέθηκαν να πιασθούν στην παγίδα του Τρίτου Ράιχ.

 Θα μπορούσε κάποιος, σ’ αυτό το σημείο, να μας αντιτάξει το επιχείρημα ότι οι αναγκαιότητες της ίδιας της ζωής, ακόμη και χωρίς τη συνδρομή των σοσιαλιστών, εργάζονται προς την κατεύθυνση της μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, διότι μία κρίση χωρίς διέξοδο αποβαίνει στο τέλος αβάστακτη. Δεν είμαστε αρνητικοί απέναντι σ’ αυτό το επιχείρημα, αλλά φοβούμαστε ότι με την παρούσα απουσία του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος μπορεί να επιτελεστεί μία οικονομική αναδιάρθρωση, μέσα στα πλαίσια της οποίας οι παραγωγοί δε θα έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα λόγου. Θα έλθουν αντιμέτωποι με τετελεσμένα γεγονότα που άλλοι θα έχουν δημιουργήσει γι’ αυτούς, έτσι ώστε, στο μέλλον, να πρέπει να είναι ευχαριστημένοι με το ρόλο των πειθήνιων εκτελεστών, που θα έχει εν τω μεταξύ σχεδιασθεί γι’ αυτούς. Αν δε μας παραπλανούν όλα τα σημάδια, οδεύουμε με γιγαντιαία βήματα προς μία εποχή κρατικού καπιταλισμού, που πιθανώς να προσλάβει για τους εργαζόμενους τη μορφή ενός συγχρόνου συστήματος δουλείας, στο οποίο ο άνθρωπος θα θεωρείται απλώς και μόνον ένα όργανο παραγωγής και κάθε προσωπική ελευθερία θα εξαλειφθεί εντελώς.

 Οι οικονομικοί όροι μπορούν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να οξυνθούν τόσο, ώστε η μεταβολή του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος να αποτελεί ζωτική αναγκαιότητα. Το ζήτημα, σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η κοινωνία: θα ακολουθήσει ένα δρόμο προς την ελευθερία ή θα καταλήξει απλώς σε μία βελτιωμένη μορφή δουλείας, όπου οι άνθρωποι, μολονότι μπορεί να έχουν εξασφαλισμένο ένα φτωχό επίπεδο διαβίωσης, θα είναι απογυμνωμένοι από κάθε ανεξαρτησία στη δράση τους; Αυτό, και μόνον αυτό, είναι το ουσιαστικό ζήτημα. Η κοινωνική δομή της Αυτοκρατορίας των Ίνκας εξασφάλιζε σε όλους τους υπηκόους της τα αναγκαία προς το ζην, αλλά όλη η χώρα ήταν υποταγμένη σ’ έναν απεριόριστο δεσποτισμό, που τιμωρούσε αμεί­λικτα κάθε εναντίωση στις διαταγές του και υποβίβαζε το άτομο σ’ ένα άβουλο όργανο της κρατικής εξουσίας.

 Ο κρατικός καπιταλισμός θα μπορούσε να είναι μία διέξοδος από την παρούσα κρίση, αλλά είναι βεβαιότατο ότι δε θα μπορούσε να αποτελέσει το δρόμο προς την κοινωνική ελευθερία. Αντιθέτως, θα βύθιζε τους ανθρώπους στο τέλμα μιας δουλείας, που θα περιφρονούσε κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σε κάθε φυλακή, σε κάθε στρατώνα υπάρχει μία εξασφαλισμένη ισότητα κοινωνικών συνθηκών: όλοι έχουν το ίδιο φαγητό, τα ίδια ρούχα, προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες ή εκτελούν τα ίδια καθήκοντα. Αλλά, ποιος θα υποστήριζε υπεύθυνα ότι μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να αποτελέσει το σκοπό για τον οποίο θα άξιζε να αγωνιστούμε;

 Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μία κατάσταση όπου τα μέλη μιας κοινωνικής οργάνωσης καθορίζουν τις τύχες τους, ελέγχουν τις υποθέσεις τους και έχουν το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα της συμμετοχής στη διοίκηση των κοινών υποθέσεων και σε μία άλλη κατάσταση όπου τα μέλη της κοινωνίας δεν είναι παρά όργανα μιας εξωτερικής βούλησης, πάνω στην οποία δεν ασκούν καμία επιρροή. Κάθε στρατιώτης έχει δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά συσσίτια, αλλά δεν επιτρέπεται να έχει δική του κρίση. Υποχρεούται να υπακούει τυφλά στις διαταγές των ανωτέρων του, αποσιωπώντας, εν ανάγκη, τη φωνή της συνείδησής του, διότι δεν είναι παρά ένα τμήμα μιας μηχανής που άλλοι θέτουν σε κίνηση.

 Καμία τυραννία δεν είναι περισσότερο αβάστακτη από εκείνη μιας παντοδύναμης γραφειοκρατίας, που επεμβαίνει σ’ όλες τις δραστηριότητες των ανθρώπων και αφήνει πάνω τους το δικό της σημάδι. Όσο πιο απεριόριστη είναι η εξουσία του Κράτους πάνω στη ζωή του ατόμου, τόσο περισσότερο ακρωτηριάζει τις δημιουργικές του ικανότητες και εξασθενίζει τη δύναμη της προσωπικής του βούλησης. Ο κρατικός καπιταλισμός, ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του γνήσιου σοσιαλισμού, απαιτεί την υποταγή στο Κράτος όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων. Είναι ο θρίαμβος της μηχανής πάνω στο πνεύμα, η εξορθολογικοποίηση κάθε σκέψης, δράσης και συναισθήματος, σύμφωνα με τις αμετάβλητες νόρμες της εξουσίας, και, συνεπώς, είναι το τέλος κάθε αληθινού πνευματικού πολιτισμού. Το γεγονός ότι η έκταση αυτής της απειλητικής ανάπτυξης δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητή μέχρι σήμερα, το γεγονός ότι έχει γίνει αποδεκτή η ιδέα πως αυτή η ανάπτυξη απορρέει ως αναγκαιότητα από τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο δυσοίωνα σημεία των καιρών μας.

Η επικίνδυνη μανία που βλέπει κάθε κοινωνικό φαινόμενο μόνον ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα των καπιταλιστικών μεθόδων παραγωγής έχει εμφυτεύσει στους ανθρώπους την πεποίθηση ότι όλα τα κοινωνικά γεγονότα απορρέουν από μία καθορισμένη αναγκαιότητα και ότι δεν μπορούν να μεταβληθούν. Αυτή η φαταλιστική ιδέα μπορεί να οδηγεί μόνο στην παράλυση της δύναμης των ανθρώπων για αντίσταση και, κατά συνέπεια, τους κατευθύνει προς ένα συμβιβασμό με τις δεδομένες συνθήκες, ανεξαρτήτως του πόσο φρικτές και απάνθρωπες μπορεί να είναι.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι οικονομικές συνθήκες ασκούν κάποια επίδραση στις μεταβολές των κοινωνικών σχέσεων. Όμως, ο τρόπος με τον οποίον οι άνθρωποι θα αντιδράσουν με τις σκέψεις και με τις πράξεις τους σ’ αυτήν την επίδραση έχει μεγάλη σημασία για τον καθορισμό των βημάτων που πρέπει να αποφασίσουν, προκειμένου να επιτύχουν μία προφανώς αναγκαία μεταβολή των συνθηκών της ζωής τους. Αλλά, είναι ακριβώς οι σκέψεις και οι πράξεις των ανθρώπων που δεν μπορούν να περιορισθούν στο οικονομικό επίπεδο. Ποιος θα υποστήριζε, για παράδειγμα, ότι ο Πουριτανισμός, που έχει αποφασιστικά επηρεάσει την πνευματική ανάπτυξη των Αγγλοσαξώνων μέχρι σήμερα, ήταν το αναγκαστικό αποτέλεσμα της οικονομικής καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, που τότε βρισκόταν ακόμη στην παιδική της ηλικία, ή ποιος θα προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν εντελώς καθορισμένος από τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και ότι, κατά συνέπεια, ήταν αναπόφευκτος;

Τα οικονομικά συμφέροντα διαδραμάτισαν, αναμφιβόλως, ένα σημαντικό ρόλο σ’ αυτόν τον Πόλεμο, όπως και σ’ όλους τους άλλους, αλλά δεν θα μπορούσαν από μόνα τους να προξενήσουν αυτή τη θανατηφόρα καταστροφή. Η διακήρυξη απλώς και μόνον κάποιων συγκεκριμένων οικονομικών στόχων δεν θα μπορούσε ποτέ να κινητοποιήσει τις μεγάλες μάζες. Ήταν, συνεπώς, απαραίτητο να υιοθετήσουν οι μάζες την ιδέα ότι ο λόγγος για τον οποίον επρόκειτο να σκοτώσουν τους άλλους και να σκοτωθούν και οι ίδιες ήταν «ο καλός και δίκαιος σκοπός». Επομένως, η μία πλευρά πολέμησε «εναντίων του Ρωσικού δεσποτισμού», για την «απελευθέρωση της Πολωνίας» και, φυσικά, για τα «συμφέροντα της πατρίδας», που οι Σύμμαχοι είχαν «συνωμοτήσει» να καταστρέψουν. Και η άλλη πλευρά πολέμησε «για το θρίαμβο της Δημοκρατίας», «για την καταστροφή του Πρωσσικού μιλιταρισμού» και «για το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός θα ήταν ο τελευταίος».

Μπορεί να υποστηριχθεί ότι πίσω απ’ όλες αυτές τις συσκοτίστηκες διακηρύξεις με τις οποίες οι λαοί εξαπατηθήκαν για περισσότερο από τέσσερα χρόνια βρίσκονταν τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Αλλά, δεν είναι αυτό το ουσιώδες ζήτημα. Ο αποφασιστικός παράγοντας είναι ότι χωρίς τη συνεχή προσφυγή στα ηθικά συναισθήματα των ανθρώπων, στο περί διακαίου αίσθημα τους, κανένας πόλεμος δε θα ήταν δυνατός. Το σύνθημα «Ο Θεός τιμωρεί την Αγγλία!» και η κραυγή «Θάνατος στους Ούννους!» κατόρθωσαν να επιτελέσουν, στον τελευταίο Πόλεμο, μεγαλύτερα θαύματα απ’ ότι τα γυμνά οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι προτού οι άνθρωποι οδηγηθούν σε πόλεμο πρέπει να καταληφθούν από ένα πάθος καθώς και από το γεγονός ότι αυτό το πάθος μπορεί να διεγερθεί μόνον από πνευματικά και ηθικά κίνητρα.

Δεν ήταν οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που κάθε χρόνο διεκήρυτταν στις εργαζόμενες μάζες ότι κάθε πόλεμος κατά την εποχή του καπιταλισμού προέρχεται από καθαρά οικονομικά κίνητρα και που με την έκρηξη του Παγκόσμιου Πολέμου εγκατέλειψαν την ιστορικο-φιλοσοφική τους θεωρία και ανύψωσαν τις υποθέσεις του έθνους πάνω από την υπόθεση της τάξης; Και αυτοί οι άνθρωποι ήταν εκείνοι που με θάρρος υποστήριζαν τη Μαρξιστική άποψη, τη διατυπωμένη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ότι «Η ιστορία όλων των κοινωνιών μέχρι σήμερα είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων».

Ο Λένιν και άλλοι απέδωσαν αυτήν την αποτυχία των περισσότερων σοσιαλιστικών κομμάτων, κατά την έναρξη του πολέμου, στο φόβο των ηγετών τους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και τους επέρριψαν δριμύτατες κατηγορίες για αυτήν την έλλειψη θάρρους. Αποδεχόμενοι ότι υπάρχει ένας μεγάλος βαθμός αλήθειας σ’ αυτόν τον ισχυρισμό -μολονότι, σ’ αυτήν την περίπτωση, πρέπει να προσέξουμε την απεριόριστη γενίκευση-, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε το ερώτημα: τι αποδεικνύεται απ’ αυτό το γεγονός;

 Εάν, πράγματι, ήταν ο φόβος της ευθύνης και η έλλειψη ηθικού θάρρους που οδήγησε την πλειοψηφία των σοσιαλιστών ηγετών στην υποστήριξη των εθνικών συμφερόντων των χωρών τους, τότε αυτό δεν είναι παρά μία επιπλέον απόδειξη της ορθότητας των απόψεων μας. Το θάρρος και η δειλία δεν εξαρτώνται από τις κυρίαρχες μορφές παραγωγής, αλλά έχουν τις ρίζες τους στα ψυχικά αισθήματα των ανθρώπων. Αλλά, εάν καθαρά ψυχικά κίνητρα μπόρεσαν να έχουν μία τόσο ακαταμάχητη επιρροή πάνω στους ηγέτες ενός κινήματος εκατομμυρίων ανθρώπων ώστε να εγκαταλείψουν τις βασικές τους αρχές πριν ακόμη ο αλέκτωρ λαλήσει τρις και να βαδίσουν μαζί με τους χειρότερους αντιπάλους του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος εναντίον του αποκαλουμένου κληρονομικού εχθρού, αυτό απλώς αποδεικνύει ότι οι πράξεις των ανθρώπων δεν μπορούν να εξηγηθούν Βάσει των όρων της παραγωγής, με τους οποίους συχνά αυτές οι πράξεις έρχονται σε οξύτατη αντίθεση. Κάθε εποχή μέσα στην ιστορία μας παρέχει υπερεπαρκείς μαρτυρίες αυτού του γεγονότος.

 Είναι, λοιπόν, ολοφάνερο σφάλμα η εξήγηση του τελευταίου Πολέμου αποκλειστικά και μόνον ως αναγκαίο αποτέλεσμα των αντιτιθέμενων οικονομικών συμφερόντων. Θα ήταν δυνατή μία εξέλιξη του καπιταλισμού, όπου οι αποκαλούμενοι «καπετάνιοι της παγκόσμιας Βιομηχανίας» θα συμφωνούσαν μ’ έναν τρόπο φιλικό σχετικά με το ζήτημα της κατοχής των πηγών των πρώτων υλών και των σφαιρών του εμπορίου και της εκμετάλλευσης, όπως ακριβώς οι ιδιοκτήτες των διάφορων οικονομικών συμφερόντων μέσα σε κάθε χώρα συμφωνούν, χωρίς να υποχρεώνονται να επιλύουν τις διαφορές τους με τη στρατιωτική ισχύ. Υπάρχει ήδη ένας αρκετά μεγάλος αριθμός διεθνών οργανώσεων παραγωγής, στις οποίες οι καπιταλιστές συγκεκριμένων Βιομηχανιών έχουν συγκεντρωθεί για να καθιερώσουν μία καθορισμένη ποσότητα στην παραγωγή των προϊόντων τους μέσα σε κάθε χώρα. Με αυτόν τον τρόπο, έχουν ρυθμίσει τη συνολική παραγωγή των βιομηχανικών τους κλάδων με μία αμοιβαία συμφωνία πάνω σε κάποιες Βασικές αρχές. Το Διεθνές Τραστ Χάλυβος στην Ευρώπη αποτελεί ένα παράδειγμα αυτού του είδους. Με μία τέτοια ρύθμιση ο καπιταλισμός δεν χάνει τίποτε από τον ουσιώδη χαρακτήρα του· τα προνόμια του παραμένουν άθικτα. Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία του πάνω στις στρατιές των μισθωτών σκλάβων ενισχύεται σημαντικά.

 Συνεπώς, αν σκεφθούμε το ζήτημα από μία εντελώς οικονομική οπτική γωνία, ο πόλεμος δεν ήταν, κατά κανέναν τρόπο, αναπόφευκτος. Ο Καπιταλισμός θα μπορούσε να επιβιώσει και χωρίς αυτόν. Πραγματικά, μπορεί κάποιος να υποθέσει, με βεβαιότητα ότι εάν οι «καπετάνιοι» της καπιταλιστικής οικονομίας μπορούσαν να προβλέψουν τα αποτελέσματα του πολέμου, αυτός δε θα συνέβαινε ποτέ.

 Δεν ήταν αποκλειστικά τα οικονομικά συμφέροντα που διαδραμάτισαν ένα σημαντικό ρόλο στον τελευταίο πόλεμο, αλλά και κίνητρα πολιτικής ισχύος, τα οποία τελικά έκαναν το παν για να εξαπολυθεί ανέλεγκτη η καταστροφή. Μετά την παρακμή της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπη ήταν η Ολλανδία, η Γαλλία και η Αγγλία, που βρίσκονταν μεταξύ τους σε ανταγωνισμό. Η Ολλανδία έχασε γρήγορα την ηγετική της θέση και μετά την Ειρήνη του Βeda η επιρροή της στην πορεία των Ευρωπαϊκών πολιτικών υποθέσεων συνεχώς μειωνόταν. Αλλά και η Γαλλία επίσης, μετά τον Επταετή Πόλεμο, είχε χάσει ένα μεγάλο μέρος της παλιάς της κυριαρχίας και δεν μπόρεσε ποτέ να το ανακτήσει, ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι οικονομικές της δυσκολίες γίνονταν συνεχώς οξύτερες και οδήγησαν σ’ εκείνην την άνευ προηγουμένου καταπίεση του λαού από την οποία προήλθε η Επανάσταση. Ο Ναπολέων αργότερα έκανε τεράστιες προσπάθειες για να ανακτήσει η Γαλλία στην Ευρώπη τη χαμένη της θέση, αλλά έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Η Αγγλία παρέμεινε ο αδιάλλακτος εχθρός του Ναπολέοντα, που σύντομα κατάλαβε ότι τα σχέδια του για παγκόσμια κυριαρχία δεν θα μπορούσαν ποτέ να καρποφορήσουν, εάν δεν κατακτούσε το «έθνος των εμπόρων», όπως περιφρονητικά αποκαλούσε την Αγγλία. Ο Ναπολέων έχασε το παιχνίδι, όταν η Αγγλία οργάνωσε εναντίον του όλη την Ευρώπη. Έκτοτε, η Αγγλία έχει διατηρήσει την ηγετική της θέση στην Ευρώπη και, στην πραγματικότητα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

 Αλλά, η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν είναι μία συνεχής εδαφική περιοχή, όπως ήταν οι άλλες αυτοκρατορίες πριν απ’ αυτήν. Οι κτήσεις της είναι διασκορπισμένες και στις πέντε ηπείρους και η ασφάλεια τους εξαρτάται από την κατάσταση αυξημένης ισχύος που κατέχει η Βρετανία στην Ευρώπη. Κάθε απειλή αυτής της κατάστασης συνιστά και απειλή της συνεχιζόμενης κατοχής των αποικιών της, για όσο χρονικό διάστημα, στην Ηπειρωτική Ευρώπη, η διαμόρφωση των σύγχρονων μεγάλων Κρατών με τους γιγαντιαίους στρατούς και στόλους τους, τη γραφειοκρατία τους, τις καπιταλιστικές τους επιχειρήσεις, τις υψηλά αναπτυγμένες βιομηχανίες τους, τις συμφωνίες τους για το εξωτερικό εμπόριο, τις εξαγωγές τους και τη συνεχώς αναπτυσσόμενη ανάγκη τους για επέκταση μπορούσαν ακόμη να παραβλέπονται, η θέση της Βρετανίας ως παγκόσμιας δύναμης παρέμεινε εντελώς ανέπαφη. Αλλά, όσο ισχυρότερα γίνονταν τα καπιταλιστικά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης, τόσο περισσότερο ήταν υποχρεωμένοι οι Βρετανοί να φοβούνται για τη δική τους ηγεμονία. Κάθε προσπάθεια οποιασδήποτε Ευρωπαϊκής δύναμης να εξασφαλίσει νέες αγορές ή εδαφικές περιοχές για την προμήθεια πρώτων υλών, να επεκτείνει τις εξαγωγές της μέσω εμπορικών συμφωνιών με τις ξένες χώρες και να δώσει στα επε­κτατικά της σχέδια τις μεγαλύτερες δυνατές ευκαιρίες οδηγούσαν αναπόφευκτα σε κάποιο σημείο του κόσμου σε μία σύγκρουση, αργά ή γρήγορα, με τη σφαίρα των Βρετανικών συμφερόντων και ήταν αναμενόμενη η συγκαλυμμένη εναντίωση της Βρετανίας.

 Για το λόγο αυτό, το πρωτεύον μέλημα της Αγγλικής εξωτερικής πολιτικής έγινε, κατ’ ανάγκην, η παρεμπόδιση κάθε άλλης δύναμης από την απόκτηση κυριαρχικής επιρροής πάνω στην Ηπειρωτική Ευρώπη ή, όταν αυτό ήταν αναπότρεπτο, η χρησιμοποίηση όλων των ικανοτήτων της για να στρέψει τη μία δύναμη εναντίον της άλλης. Ως εκ τούτου, η ήττα του Ναπολέοντα του Γ’ από τον Πρωσικό στρατό και τη διπλωματία του Βίσμαρκ μόνον ευπρόσδεκτη, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, θα μπορούσε να γίνει από τη Βρετανία, διότι η δύναμη της Γαλλίας εξαρθρώθηκε για δεκαετίες. Αλλά, η ανάπτυξη της στρατιωτικής δύναμης της Γερμανίας, η εγκαινίαση της αποικιακής της πολιτικής και, κυρίως, η δημιουργία του στόλου της και η σταθερή ανάπτυξη των επεκτατικών της σχεδίων (καθώς «η προς Ανατολάς ορμή της» γινόταν όλο και περισσότερο αισθητή και δυσάρεστη για την Αγγλία) αποτέλεσαν έναν κίνδυνο για την Βρετανική Αυτοκρατορία, που δεν ήταν δυνατό να τον παραβλέπει.

 Το γεγονός ότι η Βρετανική διπλωματία χρησιμο­ποίησε αδίστακτα κάθε μέσο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο, δεν αποτελεί απόδειξη για το ότι οι αρχιτέκτονες αυτής της τακτικής ήταν εκ φύσεως περισσότερο ύπουλοι ή αδίστακτοι απ’ ό,τι οι διπλωμάτες των άλλων χωρών. Η επιπόλαια έκφραση σχετικά με την «άπιστη Αλβιώνα» είναι τόσο ανόητη όσο και η φλυαρία σχετικά με έναν «πολιτισμένο πόλεμο». Εάν η Βρετανική διπλωματία απεδείχθη ανώτερη από εκείνη των Γερμανών, εάν ήταν εξυπνότερη στις μηχανορραφίες της, αυτό συνέβη μόνον επειδή οι εκπρόσωποι της είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπειρία και επειδή, ευτυχώς γι’ αυτούς, η πλειοψηφία των υπεύθυνων Γερμανών πολιτικών από την εποχή του Βίσμαρκ δεν ήταν παρά άβουλοι λακέδες της αυτοκρατορικής εξουσίας. Κανένας απ’ αυτούς δεν είχε το θάρρος να εναντιωθεί στις επικίνδυνες δραστηριότητες ενός ανεύθυνου ψυχοπαθούς και της αργυρώνητης καμαρίλας του.

 Όμως, η πηγή του κακού πρέπει να αναζητηθεί όχι στα μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά στην ίδια την εξουσιαστική πολιτική, ανεξαρτήτως του ποιος την ασκεί και του ποιοι είναι οι άμεσοι στόχοι που επιδιώκει. Η εξουσιαστική πολιτική μπορεί να νοηθεί μόνον όταν είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο, όσο κι αν είναι καταδικαστέο από την ατομική συνείδηση, εφ’ όσον αυτό το μέσο υπόσχεται να οδηγήσει σε θετικά αποτελέσματα, συμφωνεί με τη λογική του κράτους και εξυπηρετεί τους σκοπούς του.

 Ο Μακιαβέλι, που είχε το θάρρος να συγκεντρώσει συστηματικά τις μεθόδους με τις οποίες συμπεριφέρεται η Κρατική εξουσία και να τις δικαιώσει στο όνομα της λογικής του Κράτους, το έχει ήδη διατυπώσει με σαφήνεια στους «Λόγους» του:

 «Εάν έχουμε να κάνουμε με την ευημερία της Πατρίδας, δεν πρέπει να επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να επηρεάζονται από το δίκαιο ή το άδικο ή το λάθος, από τη συμπόνια ή τη σκληρότητα, από τον έπαινο ή τον ψόγο. Δεν πρέπει να γκρινιάζουμε δίχως λόγο, αλλά πρέπει πάντοτε να αδράχνουμε κάθε μέσο που θα σώσει τη ζωή της χώρας και θα διατηρήσει την ελευθερία της». Για την τέλεια κρατική εξουσία κάθε έγκλημα που διαπράττεται στην υπηρεσία του Κράτους είναι μία αξιέπαινη πράξη, εάν είναι επιτυχής. Το Κράτος βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού· είναι η επίγεια Θεία Πρόνοια που οι αποφάσεις της είναι, εν τω βαθέων , τόσο ανεξιχνίαστες για τον κοινό υπήκοο όσο είναι και για τον πιστό τα όσα επιτάσσονται μοιραία από την εξουσία του Θεού. Όπως ακριβώς, σύμφωνα με τα δόγματα των θεολόγων και των σοφών, ο Θεός, με την ανεξιχνίαστη σοφία του, χρησιμοποιεί συχνά τα πιο σκληρά και τρομερά μέσα για να εκπληρώσει τα σχέδια του, έτσι και το Κράτος, σύμφωνα με τα δόγματα της πολιτικής θεολογίας, δεν περιορίζεται από τους κανόνες της κοινής ανθρώπινης ηθικότητας, κάθε φορά που αποφασίζει να πραγματώσει κάποιους συγκεκριμένους στόχους, παίζοντας, επικίνδυνα και ψύχραιμα, με τις ζωές και τις τύχες εκατομμυρίων.

 Όταν ένας διπλωμάτης πέφτει στην παγίδα που του έχει στήσει ένας άλλος διπλωμάτης, είναι δύσκολο να παραπονεθεί για τα τεχνάσματα και την έλλειψη συνείδησης του αντιπάλου του, διότι και αυτός ο ίδιος επιδιώκει, φυσικά προς όφελος του, τον ίδιο στόχο και υφίσταται την ήττα μόνον επειδή ο αντίπαλος του μπορεί να παίξει καλύτερα το ρόλο της Θείας Πρόνοιας. Κάποιος που πιστεύει ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την οργανωμένη δύναμη που προσωποποιείται στο Κράτος, πρέπει να είναι, επίσης, έτοιμος να αποδεχθεί όλες τις συνέπειες αυτής της δεισιδαίμονος πίστεως και να θυσιάσει στον Μολώχ του Κράτους ό,τι το πολυτιμότερο έχει, την ίδια του την προσωπικότητα.

 Ήταν κυρίως η σύγκρουση των εξουσιαστικών πολιτικών, αποτέλεσμα της αναπόδραστης εξέλιξης των μεγάλων καπιταλιστικών Κρατών, που συνέβαλε σημαντικά στο ξέσπασμα του Παγκόσμιου Πολέμου. Από τη στιγμή που οι λαοί, και ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι, των διαφόρων χωρών δεν αντελήφθησαν τη σοβαρότητα της κατάστασης και ούτε μπόρεσαν να βρουν το ηθικό σθένος, ώστε να υψώσουν μία αποφασιστική αντίσταση στις υπόγειες ραδιουργίες των διπλωματών, των μιλιταριστών και των κερδοσκόπων, δεν υπήρχε καμία δύναμη πάνω στη γη που να μπορούσε να σταματήσει την καταστροφή.

 Για δεκαετίες ολόκληρες, κάθε μεγάλο Κράτος εμφανιζόταν σαν ένα γιγαντιαίο στρατόπεδο, αντιτιθέμενο στα άλλα Κράτη και οπλισμένο μέχρις οδόντων, έως ότου, στο τέλος, μία σπίθα ανατίναξε τη νάρκη. Δεν ήταν επειδή όλα συνέβησαν όπως έπρεπε να συμβούν που ο κόσμος οδηγήθηκε μ’ ανοιχτά τα μάτια στην άβυσσο, αλλά επειδή οι μεγάλες μάζες σε κάθε χώρα δεν είχαν την παραμικρή ιδέα του τι ποταπό παιχνίδι επρόκειτο να παιχθεί πίσω από την πλάτη τους. Ήταν εξαιτίας της απίστευτης αδιαφορίας τους και, πάνω απ’ όλα, της τυφλής τους πίστης στην αλάνθαστη ανωτερότητα των εξουσιαστών τους και των αποκαλούμενων πνευματικών ηγετών τους που για πάνω από τέσσερα χρόνια μπόρεσαν να σέρνονται στο σφαγείο σαν άβουλα κοπάδια.

 Αλλά, ακόμη και οι μικρές ομάδες των υψηλών διαχειριστών της οικονομίας και της μεγάλης Βιομηχανίας, που τόσο φανερά συνέβαλαν στο ξέσπασμα του παγκόσμιου αιματοκυλίσματος, δεν εμπνέονταν στις ενέργειες τους αποκλειστικά από την προοπτική του υλικού κέρδους. Η άποψη που βλέπει σε κάθε καπιταλιστή μόνο μία μηχανή κέρδους μπορεί να ανταποκρίνεται εξαίσια στις απαιτήσεις της προπαγάνδας, αλλά μόλις και μετά βίας μπορεί να γίνει πιστευτή και να ανταποκριθεί στην πραγματικότητα. Ακόμη και στο σύγχρονο γιγαντιαίο καπιταλισμό τα εξουσιαστικά πολιτικά συμφέροντα διαδραματίζουν συχνά ένα μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι οι καθαρά οικονομικοί υπολογισμοί, μολονότι είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τα μεν από τους δε. Οι μεγάλοι καπιταλιστές έχουν μάθει να εκτιμούν τη γοητευτική αίσθηση της εξουσίας και τη λατρεύουν με το ίδιο πάθος που τη λάτρευαν στο παρελθόν οι μεγάλοι κατακτητές, είτε βρίσκονται στο στρατόπεδο των αντιπάλων των κυβερνήσεών τους, όπως ο Hustings και οι οπαδοί του κατά την εποχή της Γερμανικής οικονομικής κρίσης, είτε αναμειγνύονται αποφασιστικά στην εξωτερική πολιτική των χωρών τους.

 Ο νοσηρός πόθος να καταστήσει κάποιος εκατομμύρια ανθρώπων υποτακτικούς σε μία συγκεκριμένη βούληση και να οδηγήσει ολόκληρες αυτοκρατορίες προς μία κατεύθυνση εξυπηρετική των σκοτεινών σκοπών κάποιων μικρών μειοψηφιών εμφανίζεται συχνότερα στους τυπικούς εκπροσώπους του συγχρόνου καπιταλισμού απ’ ό,τι οι καθαρά οικονομικοί υπολογισμοί ή η προοπτική ενός μεγαλύτερου υλικού κέρδους. Ο πόθος για συσσώρευση όλο και μεγαλύτερων κερδών δεν ικανοποιεί πλέον σήμερα τις απαιτήσεις των μεγάλων καπιταλιστικών ολιγαρχιών. Καθένα από τα μέλη αυτών των ολιγαρχιών γνωρίζει καλά το πόσο τεράστια είναι η δύναμη που προσπορίζεται το ίδιο -και η κοινωνική τάξη στην οποία ανήκει- από την κατοχή του μεγάλου πλούτου. Αυτή η γνώση του παρέχει ένα ελκυστικό κίνητρο και του δημιουργεί εκείνη την τυπική συνείδηση της κυριαρχίας, οι συνέπειες της οποίας είναι συχνά περισσότερο καταστρεπτικές απ’ ότι οι ενέργειες των ίδιων των μονοπωλίων. Είναι αυτή η πνευματική στάση του σύγχρονου Μεγάλου Αφεντικού της βιομηχανίας και της αναπτυγμένης οικονομίας που καταδικάζει κάθε αντίθεση και δεν θα ανεχθεί καμία ισότητα ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους.

 Στους μεγάλους αγώνες μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας αυτό το κτηνώδες πνεύμα της κυριαρχίας συχνά διαδραματίζει έναν περισσότερο αποφασιστικό ρόλο απ’ ότι τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα. Οι μικρό εργοστασιάρχες των παλαιότερων εποχών διατηρούσαν ακόμη, έως ένα Βαθμό, κάποιες στενές σχέσεις με τον εργαζόμενο πληθυσμό και ήταν, συνεπώς, ικανοί να έχουν μία μεγαλύτερη ή μικρότερη κατανόηση της κατάστασης τους. Η σύγχρονη αριστοκρατία του χρήματος, όμως, έχει ακόμη λιγότερες σχέσεις με τις μεγάλες μάζες του λαού απ’ ότι είχαν οι Βαρόνοι φεουδάρχες με τους δουλοπάροικους τους, κατά τον 18° αιώνα. Γνωρίζει τις μάζες μόνον ως συλλογικό αντικείμενο εκμετάλλευσης χάριν των οικονομικών και πολιτικών της συμφερόντων. Σε γενικές γραμμές, δεν υπάρχει καμία κατανόηση των σκληρών συνθηκών της ζωής τους. Εξ ου, και η ασυνείδητη κτηνωδία, η εξουσιαστική παρόρμηση, η περιφρονητική κάθε ανθρώπινου δικαιώματος, και η αναίσθητη αδιαφορία για τη δυστυχία των άλλων.

 Ως απόρροια της ίδιας του της κοινωνικής θέσης, δεν τίθεται κανένα όριο στον εξουσιαστικό πόθο του σύγχρονου καπιταλιστή. Μπορεί να αναμειγνύεται με αναίσθητο εγωισμό στη ζωή των συνανθρώπων του και να παίζει το ρόλο της Θείας Πρόνοιας για τους άλλους. Μόνον όταν λάβουμε υπ’ όψη μας την παθιασμένη παρόρμηση για πολιτική εξουσία τόσο πάνω στο δικό του λαό όσο και πάνω στα ξένα έθνη, είμαστε ικανοί να κατανοήσουμε, πραγματικά, το χαρακτήρα των τυπικών εκπροσώπων του σύγχρονου καπιταλισμού. Είναι ακριβώς αυτό το διακριτικό γνώρισμα που τους καθιστά τόσο επικίνδυνους για τη μελλοντική διάρθρωση της κοινωνίας. Ο σύγχρονος μονοπωλιακός καπιταλισμός δεν υποστηρίζει άνευ λόγου την εθνικοσοσιαλιστική και τη φασιστική αντίδραση. Αυτή η αντίδραση συμβάλλει στη συντριβή κάθε αντίστασης των εργατικών μαζών, προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα βασίλειο βιομηχανικής δουλοπαροικίας, όπου ο παραγωγός θα θεωρείται απλώς ως ένα οικονομικό αυτόματο, χωρίς καμία επιρροή πάνω στην πορεία και τον χαρακτήρα των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών.

 Αυτή η Καισαρική παραφροσύνη δε γνωρίζει κανέναν περιορισμό. Χωρίς δισταγμό, ποδοπατά εκείνα τα επιτεύγματα του παρελθόντος, που έχουν πολύ συχνά κατακτηθεί με το αίμα του λαού. Είναι πάντα έτοιμη να καταπνίξει με την κτηνώδη βία τα τελευταία δικαιώματα και τις τελευταίες ελευθερίες, που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τα σχέδια της για υπαγωγή όλων των κοινωνικών δραστηριοτήτων μέσα σε άκαμπτες φόρμες, καθορισμένες από τη βούληση της. Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος που μας απειλεί σήμε­ρα και που οφείλουμε αμέσως να αντιμετωπίσουμε. Η επιτυχία ή η αποτυχία των εξουσιαστικών σχεδίων του μονοπωλιακού καπιταλισμού θα καθορίσει τη δομή της κοινωνικής ζωής στο εγγύς μέλλον.

 

 

Σημειώσεις:

 

 

 

  1. FarnandoGarrido: Ή σύγχρονη Ισπανία», τόμος Α’, Βαρκελώνη 1865. Αυτό το έργο του περιέχει ένα πλούσιο υλικό, όπως όλα τα γραπτά του Garrido και ιδιαίτερα το έργο του «Ιστορία των εργατικών τάξεων».

 

 

 

  1. ΡraxedesZancada: “Ο εργάτης στην Ισπανία”. Σημειώσεις πάνω στην πολιτική και την κοινωνική ιστορία», Βαρκελώνη 1902.

 

 

 

* Το πρώτο κεφάλαιο «Η ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ» από των πρώτο τόμο του έργου: ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, Εκδόσεις Άρδην.

 

 

 

Μετάφραση Γιάννης Καρύτσας, Μαρία Καστανάρα

 

Επιμέλεια Μετάφρασης Α’ Τόμου και Εισαγωγικό Σημείωμα Γιάννης Καρύτσας

 

 

 

 

** Από την εποχή του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Ρόκερ άρχισε να συλλέγει το υλικό για τη συγγραφή του έργου του «Εθνικισμός και Πολιτισμός». Το 1933 είχε γράψει και το τελευταίο κεφάλαιο και λίγο πριν την άνοδο του Χίτλερ στην κρατική εξουσία ήταν έτοιμο ολόκληρο το έργο για εκτύπωση. Φεύγοντας εξαναγκαστικά και βιαστικά από τη Γερμανία, για να γλυτώσει την επικειμένη σύλληψη του, δεν κατάφερε να περισώσει -όπως έγραψε ο ίδιος το 1936 στον πρόλογο του για την Αγγλική έκδοση του «Εθνικισμός και Πολιτισμός»- παρά μόνον τα χειρόγραφα αυτού του έργου. Έτσι, το έργο κατέληξε να μην πρωτοκυκλοφορήσει, όπως ήταν στους σχεδιασμούς του Ρόκερ, στη Γερμανία.

Το έργο κυκλοφόρησε το 1937 στις Ηνωμένες Πολιτείες σε μετάφραση του ΡayE. Chaseαπό επιτροπή που συστήθηκε για την έκδοση του έργου του Ρόκερ και επανεκδόθηκε το 1978 από τον MichaelE. Coughlin. Συνήθως, αυτή η έκδοση του 1937 αναφέρεται ως η πρώτη έκδοση του έργου του Ρόκερ. Όμως, το έργο μετεφράσθηκε και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα Ισπανικά, χωρίς να φέρει τον τίτλο «Εθνικισμός και Πολιτισμός», από τον εκδοτικό οίκο «Γη και Ελευθερία» του ισχυρού τότε αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος της Βαρκελώνης. Συγκεκριμένα εκδόθηκε, σε μετάφραση του Ντιέγκο Αμπάντ ντε Σαντιγιάν, σε τρεις τόμους με τρεις διαφορετικούς τίτλου. Συνολικά, όπως έχει γράψει ο Ιταλός φίλος και σύντροφος του Ρόκερ, Βαλέριο Ίσκα, το «Εθνικισμός και Πολιτισμός» έχει εκδοθεί σε 16 γλώσσες με πιο πολυδιαβασμένη τη μετάφραση του στα Ισπανικά που έχει φθάσει στη 12″ έκδοση, πουλώντας 120.000 αντίτυπα. Η απήχηση και το ενδιαφέρον για το «Εθνικισμός και Πολιτισμός» υπερέβησαν τα όρια του αναρχισμού και αγκάλιασαν ένα μεγάλο και σημαντικό τμήμα των σκε­πτόμενων ανθρώπων της εποχής του.

Comments are closed.